Η ιστορική διαδρομή του αργαλειού

Ανυφαντούδες γνωστικές να κάνουν το διασίδι

Κοράσια για το ξόμπλιασμα και νιες για τ’ αργσαστήρι

Ο Αργαλειός στον παραδοσιακό – λαογραφικό χώρο, τον “Μύλο του Πρινάρη” στο Χρωμοναστήρι(φωτ. αρχ. cretainfo)

Η τέχνη της υφαντικής ήταν γνωστή από τη νεολιθική εποχή, όπως μαρτυρούν ευρήματα της εποχής εκείνης: σφοντύλια κ.α. Αλλά και οι ηρωίδες των Ομηρικών επών είχαν κύρια ενασχόληση τους την υφαντική.

Αυτό φαίνεται από τη συχνή αναφορά του Ομήρου σε εργαλεία υφαντικής. Όπως στη Οδύσσεια (Ραψ. Α, στ. 356) όπου ο Τηλέμαχος λέει στη μητέρα του:

« … Αλλ’ εις οίκον ιούσα τα σ’ αυτής έργα κόμιζε, ιστόν τ’ ηλακάτη ντε.. … = …Γύρνα στο σπίτι σου και κοίταξε τις δικές σου δουλειές, τον αργαλειό και τη ρόκα σου … ».

Στα παλαιότερα χρόνια, η κύρια ενασχόληση των γυναικών στα χωριά μας, ήταν η κατασκευή υφαντών για τις καθημερινές ανάγκες της οικογένειάς τους και του νοικοκυριού τους.

 

 

Έφτιαχναν:

Πατανίες που ήταν χοντρά και βαριά κλινοσκεπάσματα διαφόρων ειδών όπως πατητές, καρπετοπεραμάτιστες, κουρκουσελίδικες κ.α.

Βούργιες ή σακούλια που ήταν απαραίτητα για τη μεταφορά των τροφίμων στους αγρούς. Τα χρησιμοποιούσαν βέβαια και για τη διακόσμηση των σπιτιών.

Σακιά που χρησίμευαν για τη μεταφορά διαφόρων προϊόντων όπως του αλέσματος στο μύλο, του καρπού από το αλώνι κ.α.

Ακόμα έφτιαχναν ρασίδια (χοντρές κάπες), σεντόνια, χαλιά, τραπεζομάντιλα, πετσέτες, κρεβατόγυρους, προσώμια, πάντες κ.α.

Τα κρητικά υφαντά διακρίνονται για τους ποικίλους χρωματικούς συνδυασμούς και το πλήθος των σχεδίων. Τα μοτίβα τους, εκτός από γεωμετρικά σχήματα περιλαμβάνουν εικόνες από τη Μινωική Κρήτη, από τη φύση και από δραστηριότητες της καθημερινής ζωής.

Πριν από μερικά χρόνια, ο αργαλειός ήταν απαραίτητος στον εξοπλισμό του σπιτιού. Φτιαγμένος τις περισσότερες φορές από κυπαρισσόξυλο ήταν δύο ειδών: ο οριζόντιος και ο όρθιος.

Ο πρώτος, που είναι πιο διαδεδομένος στην Κρήτη, θεωρείται μεταγενέστερος του δεύτερου. Ο όρθιος αργαλειός είναι γνωστός από την εποχή του Ομήρου και η γυναίκα ύφαινε μπροστά του περπατώντας. Η εφεύρεση του οριζόντιου αργαλειού έχει αποδοθεί στους Αιγυπτίους.

Περιγραφή του αργαλειού

Α) Σκελετός (σταθερά μέρη του αργαλειού). Αποτελείται από τα δύο μεργιά στα οποία στηρίζονται τα πόδια, από τις κολώνες, την κοράτσα, την κορατσίνα, τα λάσφυρα, τα κλειδιά και τους πόρους.

 

1. Ποδάρι, 2. Μεριά ή πατητήρες, 3. Πετάλια, 4. Κορώνα Όρθια ή αμασκάλη, 5. “Αντί” που τυλίσσεται το στημόνι, 6. Κορώνα εγκάρσια, 7. Πέταλο, 8. Τμήμα Πετάλου που μπαίνει το χτένι, 9. Υφασμένο πανί, 10. “Αντί” που τυλίσσεται το βαμμένο πανί, 11. Αργαστηροσάνιδο ή Κωλοσάνιδο, 12. Καρόλι από όπου κρέμονται οι μίτοι ή καβαλάρηδες, 13. Περάτες (2 εμπρός και δύο πίσω), 14. Σφίκτης (Βέργα που σφίγγει και ξεσφίγγει το στημόνι, 15. Σφίκτης που σφίγγει το ύφασμα, 16. Περάτης Πισινός που κρατά τα μεριά, 17. Πήχες μετάλλου.(Φωτ. απο το β. “Λαϊκά Επαγγέλματα & Παραδοσιακή ζωή της Κρήτης – Θεοχάρης Προβατάκης)

Β) Βοηθητικά μέρη του αργαλειού:

1) Χτένια: Γίνονται από καλάμια ή σφάκα. Ο σκελετός τους αποτελείται από 4 καλάμια. Ανάμεσα στα καλάμια τοποθετούνται τα “δόντια” που είναι λεπτά πελεκημένα καλάμια. Το διάστημα ανάμεσα από το ένα “δόντι” στο άλλο λέγονται «θύρες», μέσα από τις οποίες περνούν τα νήματα.

2) Πέταλα: Χρησιμεύει για την τοποθέτηση του χτενιού.

3) Μίτοι: Πλέκονται από ειδικές τεχνίτριες με χοντρό νήμα. Οι μίτοι αποτελούνται από ξεχωριστά τμήματα που λέγονται μιτάριο ή βεργιά. Ανάλογα με το είδος του υφαντού χρησιμοποιείται και ένας αριθμός από μιτάρια. Μπορεί να χρησιμοποιηθούν από 2-14 μιτάρια. Οι μίτοι βοηθούν στην καλύτερη στερέωση του νήματος.

4) Πήχες: Απ’ αυτές κρέμονται οι μίτοι και το πέταλο.

5) Πατητήρες: Είναι λωρίδες από στερεό πανί, στερεωμένες σ’ ένα ξύλο στο πάτωμα. Σ’ αυτές είναι δεμένοι οι «μίτοι».

6) Σαΐτα: Μ’ αυτήν η υφάντρια περνά το υφάδι ανάμεσα από το άνοιγμα του στημονιού.

7) Αντί: Ο αργαλειός έχει δύο αντιά, το πισάντι και μπροστάντι Το πισάντι είναι στο πίσω μέρος, όπου τυλίγεται το νήμα του στημονιού, και το μπροσάντι στο μπροστινό μέρος όπου τυλίγεται το ύφασμα που έχει υφανθεί.

 


Ιστορικό Μουσείο Κρήτης
(φωτ. αρχ. cretainfo)

8) Αντιράδι: Τοποθετείται στο πίσω μέρος του αργαλειού ώστε να τυλίγεται μέρος του υφασμένου υφάσματος για να μην εμποδίζει την υφάντρα.

9) Τελαροσάνιδο: Πάνω σ’ αυτό κάθεται η ανυφαντού.

1 Ο) Σφίχτες: Είναι δύο. Ο ένας χρησιμεύει για να βοηθά να είναι πάντα τεντωμένο το νήμα και ο άλλος στο τέντωμα του υφαντού.

Προετοιμασία των νημάτων

Η πρώτη ύλη των νημάτων, στα χωριά της Κρήτης, ήταν τα μαλλιά των προβάτων. Οι γυναίκες τα έπαιρναν από τις «κουρές».

Η πρώτη δουλειά που έκαναν ήταν να τα βάλουν σ’ ένα καζάνι να βράσουν για να καθαρίσουν από το φυτικό λίπος.

Έπειτα τα ξέπλυναν και τα άπλωναν στον ήλιο για να στεγνώσουν. Αφού στέγνωναν καλά, άρχιζαν το «ξάνοιγμα».

Η γυναίκα τα έπαιρνε λίγα λίγα με τα χέρια της και τα καθάριζε. Ακολουθούσε το ξάσιμο με τα χερόκτενα, όπου γινόταν ο διαχωρισμός του όργου δηλ. του εκλεκτού μαλλιού, το οποίο προόριζαν για νήμα του στημονιού, από την κορκίδα που προόριζαν για υφάδι στα χοντρά μάλλινα. Μάλιστα το όργο ξαινόταν για δεύτερη φορά.

Σειρά είχε το γνέσιμο ή κλώσιμο, για το οποίο χρησιμοποιούσαν τη ρόκα όπου στερέωναν το μαλλί, το αρδάχτι όπου τύλιγαν το κλωσμένο νήμα και το σφεντήλι όπου έδινε βάρος στο αρδάχτι και βοηθούσε στην περιστροφική του κίνηση.

Η νοικοκυροσύνη της γυναίκας φαινόταν από το πόσο λεπτή έκανε την κλωστή:

«Νοικοκερά ‘μουνε κι εγώ

κι ήκλωθα με τ’ σρδάχτι

κι ήκανα την αμπελονιά

σαν την ορά του κάτη»

Μόλις το αρδάχτι γέμιζε, το άδειαζαν τυλίγοντας το στο τυλιγάδι από το οποίο ήταν ευκολότερη η μεταφορά του στην ανέμη. Το νήμα που προόριζαν για βάψιμο το έκαναν πριν μεγάλα κουβάρια και τα βύθιζαν στη συνέχεια μέσα σε ειδική βαφή.

Από την ανέμη, με τη βοήθεια του θρομυλιού και του αρδάχτου, τύλιγαν σε καλαμουκάνια το νήμα που προόριζαν για το στημόνι και σε μασούρια, εκείνο που προόριζαν για υφάδι.

 

Ιστορικό Μουσείο Κρήτης(φωτ. αρχ. cretainfo)

Η διαδικασία είναι η εξής: η γυναίκα τοποθετεί την ανέμη με το νήμα στο αριστερό της μέρος και το θρομύλι στα δεξιά της. Με το αριστερό της χέρι κρατά το νήμα και με το δεξιό τον άρδαχτο, τον οποίο περιστρέφει και το νήμα τυλίγεται στα μασούρια και στα καλαμουκάνια.

Αργότερα, στην αγορά κυκλοφόρησε έτοιμο νήμα για στημόνι, σε διάφορα χρώματα και διαφόρων ειδών: μπαμπάκι, μπαμπάκα κ.α. Το νήμα του στημονιού, που αποτελεί τη βάση στο υφαντό και εκτείνεται στο μήκος του αργαλειού, περνούσε τη διαδικασία του «διασίματος»

Διάσιμο και περαμάτιση

Το διάσιμο ήταν μια σημαντική δουλειά και γινόταν από τεχνίτριες, γιατί από την επιτυχία του, εξαρτιόταν και η επιτυχία του υφαντού.

Ανυφαντούδες γνωστικές να κάνουν το διασίδι

Κοράσια για το ξόμπλιασμα και νιες για τ’ αργσαστήρι

Πριν αρχίσει το διάσιμο, η ανυφαντού ήξερε το σχέδιο που ήθελε να κάνει Αν δηλαδή το υφαντό της θα ήταν απλό ή με σχέδια για να διαστεί ανάλογα.

Το διάσιμο γινόταν σε ένα μακρύ τοίχο. Τοποθετούσαν την καλαντάρα, στην οποία κρεμούσαν τρία σκοινάκια με βαρίδι και έδεναν μικρά καλαμάκια.

Σ’ αυτά περνούσαν τα καλαμουκάνια με το νήμα. Στ’ αριστερά της καλαντάρας κάρφωναν χοντρά καρφιά για να τυλίγονται οι κλωστές. Η απόσταση από τη καλαντάρα ως το πρώτο καρφί έπρεπε να είναι 10 πήχες.

Στη συνέχεια έπαιρναν την αρχή των κλωστών απ’ όλα τα καλαμουκάνια και τις έδεναν σ’ ένα μασούρι Κρατώντας το μασούρι, τραβούσαν τις κλωστές και τις περνούσαν από τα καρφιά κάνοντας σταύρωση.

Όταν τέλειωναν οι κλωστές, έβγαζαν προσεχτικά το διασίδι από τα καρφιά κάνοντας αλυσίδι.

Στη συνέχεια το μετέφεραν στο χώρο που ήταν ο αργαλειός και άρχιζαν το τύλιγμα. Χρειαζόταν απαραίτητα δύο γυναίκες έμπειρες για να το τυλίξουν σωστά στο αργαλειό.

Αφού τέλειωναν το τύλιγμα άρχιζαν να κάνουν την περαμάτιση. Η μία γυναίκα κόβει τις κλωστές από το στημόνι και η άλλη τις περνά στα μιτάρια. Αφού περαστούν οι κλωστές στους μίτους, η μια γυναίκα τις πιάνει μία μία και τις δίνει στην άλλη και αυτή τις περνά στο χιενι Όταν τελειώσει το πέρασμα όλων των κλωστών, η ανυφαντού αρχίζει την ύφανση.

Η διαδικασία είναι η εξής: Η ανυφαντού περνά με τη σαϊτα το υφάδι ανάμεσα στις κλωστές και το πιέζει με το χτύπημα του χτενιού.

Οι μίτοι, στους οποίους είναι στερεωμένα τα νήματα του στημονιού, ανεβοκατεβάζουν τις κλωστές με την πίεση των πατητήρων και προκαλούν τις εναλλαγές εκείνες, ώστε να γίνεται το επιθυμητό σχέδιο στο υφαντό.

Το πάτημα μιας πατητήρας σε λάθος χρόνο μπορεί να μην έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Όταν το νήμα του στημονιού τέλειωνε και πλησίαζε στους μίτους, η υφάντρια εξύφαινε. Ο αργαλειός ήταν έτοιμος να υποδεχτεί το καινούριο διασίδι.

Εργαλεία για την προετοιμασία των νημάτων

Χερόκτενα: Ήταν εργαλεία που αποτελούνταν από μια ξύλινη βάση η οποία συγκρατούσε κομμάτια από μέταλλο. Πάνω στο ένα έβαζαν λίγα λίγα τα μαλλιά και με το άλλο τα τραβούσαν μέχρι να αραιώσουν και να χωριστεί το όργο ,δηλ. το εκλεκτό μαλλί, από τις «κορκίδες».

Ρόκα: Αποτελείται από ένα βραχίονα και τρία ή τέσσερα διχάλια στην κορυφή, γύρω στο οποίο εφαρμόζεται η “τουλούπα» δηλ. το ξασμένο μαλλί.

Ροκόδεμα: Είναι μια λωρίδα πανί, συνήθως υφαντό, το οποίο έχει στην άκρη ένα κορδόνι, Τοποθετείται γύρω από τη ρόκα για να συγκρατεί την «τουλούπα».

Αρδάχτι: (αρχ. Ατράκτιον). Ξύλινο εργαλείο. Στην κορυφή είναι εφαρμοσμένο ένα άγκιστρο από μέταλλο, με το οποίο πιάνεται ένα μέρος του μαλλιού από τη ρόκα. Στη συνέχεια το αρδάχτι περιστρέφεται με τη βοήθεια του σφεντηλιού και περιτυλίγεται η κλωστή σ’ αυτό.

Σφεντήλι: Τοποθετείται στο κάτω μέρος του αρδαχτιού για να του δίνει βάρος και να περιστρέφεται ευκολότερα

Τυλιγάδι: Εργαλείο στο οποίο τυλίγεται το κλωσμένο νήμα από το αρδάχτι για να το τοποθετήσουν ευκολότερα στην ανέμη, στα μασούρια και στα καλαμουκάνια.

Ανέμη: Αποτελείται από τη βάση, τ’ ανεμοπόδαρα και το κυρίως σώμα που είναι φτιαγμένο από καλάμια γύρω από τα οποία τοποθετούν το νήμα για να το μεταφέρουν ευκολότερα στα μασούρια και στα καλαμουκάνια.

Θρομύλι και άρδαχτος: Το θρομύλι είναι μια πελεκητή πέτρα που στο κέντρο της έχει μια κοιλότητα, το «φάλι», στην οποία περιστρέφεται ο άρδαχτος. Ο άρδαχτος είναι ένας βραχίονας φτιαγμένος από μέταλλο, ο οποίος περιστρέφεται γύρω στην κοιλότητα του θρομυλιού. Σε αυτόν τοποθετούνται τα μασούρια και τα καλαμουκάνια και στα οποία περιελίσσεται το νήμα από την ανέμη.

Μασούρια και καλαμουκάνια: Τα μασούρια είναι κοντά και λεπτά καλάμια ενώ τα καλαμουκάνια είναι μακρύτερα και χοντρά. Καλαντάρα. Ξύλο που χρησιμοποιούσαν στο διάσιμο.


Κείμενο της Ερωφίλης Κανακουσάκη-Μηλαθιανάκη (Βιβλιοθηκονόμος)


Πηγές:  Περιοδικό “Αρισμαρί”

Μανώλη Ι. Πιτοκάκη. Το γλωσσικό ιδίωμα της Ανατολικής Κρήτης

Ευαγγελίας Κ. Φραγκάκη. Η λαϊκή τέχνη της Κρήτης

http://www.cretainfo.net/records.asp?lang=0&cat=40&subcat=403

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s