Ο θρύλος της reggae, Bob Marley

Ως μια από τις κορυφαίες μουσικές προσωπικότητες που σφράγισαν τον περασμένο αιώνα, ο τζαμαϊκανός θρύλος Μπομπ Μάρλεϊ, ο άνθρωπος που ανέλαβε το έργο να κάνει τη ρέγκε γνωστή στα πέρατα του κόσμου και να συστήσει στον πλανήτη την ιδιαίτερη κουλτούρα των Ρασταφάρι, ήταν πολλά περισσότερα από μια μουσική διάνοια.

Πασιφιστής και συνειδητοποιημένος πολιτικά, καλούσε πάντα τους συμπατριώτες του και όλους εμάς φυσικά «να χαλαρώσετε και να ζήσετε τη ζωή σας καλά και όπως θέλετε», γινόμενος σύμβολο μιας χώρας και μιας πολιτισμικής παράδοσης, με τη φωνή του να μην ξεφτίζει ποτέ.

Πλάι στο αθάνατο μουσικό του έργο στέκεται λοιπόν -στο ίδιο ανυπέρβλητο ύψος- η κληρονομιά των πανανθρώπινων μηνυμάτων (πολιτικά και μη) που τραγούδησε και βροντοφώναξε ο ειρηνοποιός Μάρλεϊ, έχοντας πάντοτε στο στόχαστρο τις φυλετικές διακρίσεις που τόσο στιγμάτισαν τα παιδικά του χρόνια.

Ο ίδιος εξάλλου, ως γιος λευκού βρετανού επιστάτη και αφροαμερικανής, γνώρισε τον ρατσισμό και την κοινωνική περιφρόνηση από τα γεννοφάσκια του, γινόμενος κήρυκας της ανοχής στη διαφορετικότητα: «Ο πατέρας μου ήταν λευκός και η μητέρα μου μαύρη. Με φωνάζουν μιγά ή κάπως έτσι. Δεν είμαι σε καμία πλευρά. Ούτε στη μαύρη ούτε στη λευκή. Είμαι στου Θεού την πλευρά, αυτού που με έπλασε και με έκανε να προέρχομαι από τη μαύρη και τη λευκή».

Κι όταν ο θάνατος προλάβει πρόωρα, μόλις στα 36 του, την εμβληματική μορφή της σύγχρονης μουσικής σκηνής, ο Μάρλεϊ θα είχε ήδη προλάβει να του βγάλει τη γλώσσα αυθάδικα, αφήνοντας έργο και παρακαταθήκη σπουδαία: ο πρώτος σουπερστάρ του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου που πούλησε περισσότερους από 20 εκατομμύρια δίσκους!

Γι’ αυτό και παραμένει σύμβολο, γι’ αυτό και συνεχίζει να πουλά δίσκους σαν τρελός (το περιοδικό Forbes τον κατέταξε πρόσφατα στην 5η θέση των καλλιτεχνών με τις μεγαλύτερες εισπράξεις μετά θάνατον), γι’ αυτό και αντηχεί πάντα στα μυαλά των ανθρώπων το πανανθρώπινο και οικουμενικό του μήνυμα.

Και πόσο ταιριαστό εξάλλου για τον Μπομπ Μάρλεϊ να εγκαταλείπει τα εγκόσμια συμβουλεύοντας τον γιο του, Ζίγκι: «Τα χρήματα δεν μπορούν να αγοράσουν ζωή»…

Πρώτα χρόνια στην Τζαμάικα

Γεννημένος στις 6 Φεβρουαρίου 1945 σε επαρχία της Τζαμάικα, ο Νέστα Ρόμπερτ Μάρλεϊ ήταν γιος μιας ιδιαίτερης οικογένειας: ο πατέρας του ήταν ένας 60άρης λευκός βρετανός πεζοναύτης που είχε ξεμείνει στην Τζαμάικα και δούλευε πια ως επιστάτης φυτείας και η μητέρα του μια 19χρονη μαύρη αφροαμερικανικής καταγωγής. Η ένωσή τους ήταν «καταραμένη» και έναν χρόνο μετά τον γάμο γεννιέται ο Νέστα, μεγαλώνοντας σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που συγκέντρωνε τον ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία των συγχωριανών τους (τον μικρό Νέστα τον αποκαλούν υποτιμητικά «Γερμανό», εξαιτίας του λευκού πατέρα του).

Ο πατέρας λείπει συχνά από το σπίτι, καθώς δούλευε περιστασιακά στα καράβια, και πεθαίνει όταν ο Νέστα κλείνει το δέκατο έτος της ηλικίας του. Βουτηγμένη στη φτώχεια, η φαμίλια μετακομίζει στην πρωτεύουσα της Τζαμάικας, το Κίνγκστον, σε μια από τις πλέον διαβόητες φτωχοσυνοικίες της (την Trench Town, που τόσο θα υμνήσει στα τραγούδια του). Εκεί θα μάθει ο νεαρός Νέστα να παίζει κιθάρα, αλλά και θα αναπτύξει το πάθος του για το ποδόσφαιρο. Οι αθλητικές του ικανότητες μάλιστα ήταν τέτοιες που, όπως έλεγαν χαριτολογώντας οι οικείοι του, αν δεν είναι αστέρας της μουσικής θα έπαιζε στα σίγουρα σε μεγάλο σύλλογο του εξωτερικού!

Η μουσική είναι λοιπόν γι’ αυτόν η μόνη παρηγοριά στην ανέχεια και την εξαθλίωση: ο Νέστα γνωρίζεται με τοπικούς ερμηνευτές της Trench Town, της «Motown της Τζαμάικα», έρχεται σε επαφή με τη μουσική παράδοση του τόπου του, αλλά ακούει και στο ραδιόφωνο και τα λιγοστά τζουκμπόξ τους ήχους που δονούσαν την Αμερική: Ρέι Τσαρλς, Έλβις Πρίσλεϊ, Φατς Ντόμινο κ.λπ.

Με τον παιδικό του φίλο Neville «Bunny» Livingston (ο μετέπειτα Bunny Wailer), ο οποίος έμαθε στον αυτοδίδακτο Μάρλεϊ κιθάρα, εγκαταλείπουν το σχολείο και ρίχνονται με τα μούτρα στη μουσική, ενώ κάτω από τις καθοδηγήσεις του μυημένου στον ρασταφαριανισμό Joe Higgs ο Νέστα αποφασίζει να βελτιώσει τις φωνητικές του δυνατότητες. Την ίδια εποχή γνωρίζουν καλύτερα και τον συμμαθητή τους Peter McIntosh (ο μετέπειτα Peter Tosh), που θα παίξει τον δικό του ρόλο στην καριέρα του Μπομπ Μάρλεϊ…

Η δημιουργία των Wailing Wailers

Τοπικός παραγωγός ακούει τον Μάρλεϊ, εκτιμά τα φωνητικά του χαρίσματα και χρηματοδοτεί την ηχογράφηση μερικών κομματιών του, με το πρώτο να είναι το «Judge Not» (1962).

Ως σόλο καλλιτέχνης δεν τα πήγε όμως καλά, γι’ αυτό και στράφηκε στα φιλαράκια του, ενώνοντας τις δυνάμεις του μαζί τους: ήταν το 1963 όταν οι Μάρλεϊ, Livingston και McIntosh έγραψαν μουσική ιστορία ιδρύοντας τους Wailing Wailers!

Το πρώτο τους single «Simmer Down» έφτασε στην κορυφή των charts της Τζαμάικα μέχρι τον Ιανουάριο του 1964. Μέχρι τότε βέβαια, στην μπάντα είχαν προσχωρήσει και οι Junior Braithwaite, Beverly Kelso και Cherry Smith…

Παρά το γεγονός ότι το γκρουπ έγινε αρκετά δημοφιλές στην Τζαμάικα, δεν τα έβγαζε πέρα οικονομικά στην πάμφτωχη χώρα: οι Braithewaite, Kelso και Smith εγκαταλείπουν το συγκρότημα, τα υπόλοιπα μέλη χάνονται για ένα διάστημα και ο Μάρλεϊ αναγκάζεται να μετακομίσει στις ΗΠΑ, για να ζήσει στο πλευρό της μητέρας του (είχε εν τω μεταξύ φύγει από τη χώρα). Βέβαια, προτού φύγει, προλαβαίνει να παντρευτεί στις 10 Φεβρουαρίου 1966 τη Rita Anderson…

Όταν πήγε να βγάλει διαβατήριο για να ταξιδέψει στην Αμερική, ο υπεύθυνος είδε το όνομα «Νέστα» και σχολίασε ότι ήταν κοριτσίστικο! Γι’ αυτό και άλλαξε τη σειρά των ονομάτων και στο διαβατήριο έγραφε πλέον «Ρόμπερτ Νέστα Μάρλεϊ». Έκτοτε ο τραγουδιστής συστηνόταν ως Μπομπ!

Οχτώ μήνες μετά την εγκατάστασή του στην Αμερική, όπου δούλεψε στο εργοστάσιο της Chrysler στο Ντέλαγουερ, σε εργαστήριο εταιρίας χημικών, αλλά και ως χειριστής ανυψωτικού μηχανήματος σε βιομηχανία, ο Μάρλεϊ επιστρέφει στην Τζαμάικα πεισμωμένος. Ξαναθερμαίνει τις σχέσεις του με τους Livingston και McIntosh και κάνουν νέα απόπειρα, ως Wailers πια.

Την ίδια εποχή, ο ανήσυχος πνευματικά Μάρλεϊ αναπτύσσει έντονο ενδιαφέρον για το κίνημα των Ρασταφάρι. Τόσο θρησκευτική όσο και πολιτική, η κίνηση του ρασταφαριανισμού (που εμφανίστηκε στην Τζαμάικα στις αρχές της δεκαετίας του ’30) αντλούσε τις πεποιθήσεις της από πολλές πηγές, με κορυφαίες την Παλαιά Διαθήκη, την αφρικανική κουλτούρα και κληρονομιά, αλλά και από τις απόψεις του εθνικιστή Τζαμαϊκανού Marcus Garvey.

Με νέο παραγωγό, οι Wailers σημειώνουν νέα επιτυχία με τα hit «Trench Town Rock», «Soul Rebel» και «Four Hundred Years», ενώ το 1970 άλλα δύο μέλη προστίθενται στο γκρουπ.

Ο Μάρλεϊ εμφανίζεται παράλληλα στο πλάι του ποπ καλλιτέχνη Johnny Nash και τον επόμενο χρόνο τον ακολουθεί στη Σουηδία για να σκαρώσουν το soundtrack ταινίας…

Εκτόξευση στη δόξα

Η καθοριστική στιγμή για τους Wailers έρχεται το 1972, όταν εξασφαλίζουν συμβόλαιο με την Island Records του Chris Blackwell. Για πρώτη φορά το συγκρότημα μπαίνει σε στούντιο για να ηχογραφήσει τον πρώτο του δίσκο! Το αποτέλεσμα ήταν το θρυλικό «Catch a Fire», η προώθηση του οποίου θα φέρει τους Wailers σε περιοδεία σε Αγγλία και Αμερική το 1973, ανοίγοντας τις συναυλίες του Μπρους Σπρίνγκστιν και των Sly & the Family Stone.

Στα «ψιλά» της τουρνέ, οι 17 εμφανίσεις που είχαν εξασφαλίσει με το συγκρότημα του Sly Stone
και της οικογένειάς του που έγιναν μόλις 4, όταν ο μουσικός συνειδητοποίησε ότι ο κόσμος παραληρούσε με το support group του Μάρλεϊ!

http://www.newsbeast.gr/

 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s