Όχι…δεν κλαίω – Γιώργη Π. Δρυμωνιάτη

Ο Γιώργης μπορεί να μη κλαίει …. όμως δεν νομίζω ότι αυτή η κατάθεση ψυχής μπορεί να αφήσει ασυγκίνητους αυτούς που αξιώθηκαν αγάπη αληθινή και μπορούν να καταλάβουν !!!!


ΕΙΜΑΙ ΠΕΡΗΦΑΝΗ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ ΠΟΙΗΤΗ ΤΩΝ ΚΥΘΗΡΩΝ!!!

Στη μνήμη ενός έρωτα ιερού

 Εκδόσεις ΖΑΘΕΟΝ ΠΥΡ – Γιώργη Π. Δρυμωνιάτη

Κύθηρα, 2015

09056-conspiracy2bfeeds2b252832529

Έφυγες, μα δεν απωλέσθης.

Κι εγώ

θα  διακόψω τον ερχομό τού  μέλλοντος

για να σε έχω πάντα μαζί μου.

-.-

 Κάθε φορά που θα έρχεται

το χάδι του ανέμου από τα μέρη της θάλασσας,

κουβαλώντας στην αναπνοή μου

το βουητό από τους βυθούς,

-θυμάσαι πόσο αγαπούσες  τη βουή των σπλάχνων;-

κάθε φορά, εγώ,

ξέρεις εσύ εκεί στους ασφόδελους που κρύβεσαι,

όχι όχι ποτέ δεν θα κλαίω,

δεν σε έχασα,

ποτέ δεν θα κλαίω,

στο λέω,

στο είχα πει και τότε που πέταξες – θυμάσαι;-

κάθε φορά εγώ θα σου χαμογελώ.

Θα κουβεντιάζω στις πέτρες

που ξάπλωσαν τα όνειρα τότε

και πάθιασαν

και πέτρωσαν

και στους σκαρμούς θα κουβεντιάζω,

που τρίζανε καθώς έσερνες το κουπί

στα νερά μας.

Θα κουβεντιάζω και στις σκιές που φοβόσουν τις νύχτες,

πριν γίνεις σκιά.

Στα μονοπάτια των ποδαριών σου θα τρέχω,

εκεί που σκόνταφτες όταν έπεφτες στα χέρια μου,

-θυμάσαι;-

στα τρυφερά χνάρια των αναμνήσεων θα μιλώ

για τις ξάστερες νύχτες μας,

μα όχι όχι δεν θα κλαίω,

αφού στο είχα υποσχεθεί .

-.-

 Χαμόγελο της πρόσκαιρης Άνοιξης

σε λέω

κι όχι, δεν θα κλαίω μες στα εαρινά

των τριζονιών τραγούδια.

Κάθε φορά που το άλλο χάδι,

από τον Άδη, θα έρχεται

πάνω στης λύπης μου την εικόνα

να εναποθέσει

της μορφής σου το λίκνισμα,

εγώ, όχι όχι δεν θα κλαίω,

δεν σε έχασα,

μα θα μιλώ στην αφή που άφησες

πάνω στα σεντόνια μας,

στην υφή των αρωμάτων

που σκόρπαγες πριν τον έρωτα,

-θυμάσαι;-

θα τους μιλώ για σένα

που ο αμίλητος χρόνος, αχ

και τι να τους πω;

αλλά όχι όχι δεν θα κλαίω,

αφού η υπόσχεση ήταν όρκος

στο τελευταίο μας φίλημα,

καθώς η ανάσα σου χανόταν

κι έμενε ορφανή η αναπνοή μου.

Όχι  η αγάπη μου

δεν έμεινε ορφανή,

γιατί εσύ δεν πέθανες μες στην ψυχή μου.

-.-

 Μου είχες πει στη στερνή μας στροφή:

«Μύρισέ με». Μου είχες πει απλά

-θυμάσαι;-

κι εγώ ασφάλισα την όσφρηση του μέλλοντος.

Θάνατο μύρισα πάνω στα μύρα σου,

μα όχι της αγάπης,

αφού εκεί στα σκοτεινά που ξανοίχτηκες,

στο είχα υποσχεθεί, νεκρή δεν θα είσαι.

Νεκρός δεν θα είμαι.

Κι αν σκοτεινός μπρος στη μοίρα θα είμαι,

χωρίς εσένα που ήσουν το φως.

Μα φωτεινός μπροστά στο τώρα θα είμαι,

μαζί με σένα που φως έμεινες.

-.-

 Εκεί τώρα σε κρατώ μέσα στο ρο του ονείρου,

μέσα στο πι του παντός.

Στο ο το μέγα με το χι το μικρό θέση δεν δίνω όμως.

Ωχ δεν θα πω, όσο σε αγαπώ.

Αδιαφορώ για των θεών τις βουλές

αφού μπορώ και σε κρατώ στα ανθρώπινα.

Με ωχ δεν θα ικανοποιήσω την επιθυμία τους

για υποταγή. Στ’ αναστάσιμα μέρη

της νεκρής μου καρδιάς σε κρατώ, επιτάφιο φως,

οδύνη μου  και χαρά μου.

Σκεπασμένη με τις ηδονικές αναταραχές της μνήμης μου

θα σε κρατώ ζώσα

κι αν άλλος κυβερνά τις ζωές μας,

εγώ τον ύπνο σου κυβερνώ,

βαθιά μέσα στο σώμα μου που πλανιέται

κι αρνιέται να δεχθεί του πεπρωμένου τον ερχομό.

Στης μεγάλης απροσδιοριστίας τον ουρανό,

αόριστος κι εγώ εκεί πετώ, μα στο τυχαίο δεν υποτάσσομαι, όσο σε αγαπώ.

-.-

 Ματαιώθηκε ο πόνος στα κλειστά σου μάτια.

Αναβλήθηκε ο ερχόμενος και ο περασμένος διεκόπη.

Είσαι  η κοιμωμένη μου κι είμαι  ο Χαλεπάς σου,

μα δεν είσαι από μάρμαρο κι ας έχεις πια

τόσην κρυάδα στο κορμί σου. Τα χέρια μου

του έχουν κλέψει το λάφυρο του θανάτου

και σε ζεσταίνουν, όχι για ν’ αναστηθείς,

μα μόνο από αγάπη ατέρμονη,

καν νεκρή, ως οι άλλοι νομίζουν.

Άθυρο  μνήμα η ψυχή μου , εκεί ετάφης,

εκεί  πελεκώ το χρόνο

και τον γδέρνω με τα νύχια μου.

Μπορεί να απουσιάζει η ύπαρξη,

μα ποιος μπορεί να πει

πως η ανυπαρξία δεν αγαπιέται;

Κι εγώ, εσένα που δεν υπάρχεις αλλού,

σε λατρεύω ένδον μου, έρωτά μου.

Κάπου υπάρχει πάντα τ’ ανύπαρκτο. Έτσι κι εσύ.

Στο μέσα μου έρεβος  δεσπόζει το φως σου,

μετέωρο όνειρο, ψυχή μου ενεστώσα.

Τελετουργώ εις το όνομα της αιώνιας μορφής σου.

Ναός σου το σώμα μου, Αγία Αγάπη.

-.- 

 Πόσοι Μάηδες αρνηθήκανε τη ζωή σου!

Μα εγώ θα σου χτίζω Άνοιξες

στα περιβόλια των ουρανών

για να έχεις τους ανθούς που σου λείψανε,

να έχεις των αγοριών τις ματιές ξανά,

που τρόμαζα μη σε κλέψουν.

Πού να ήξερα ποιος είναι ο κλέφτης,

ο κλέφτης, ο κλέφτης  των κλεφτών,

μα δεν κλαίω,

όχι δεν κλαίω, καθώς στις ουρανότοπες στροφές τριγυρνώ.

Αγκαλιάζω την κοφτερή σου σκιά

να μου κόψει το αίμα,

να ποτίσω τις Άνοιξες για χάρη σου.

Κανείς δεν θα με κάνει να κλάψω,

αφού εσύ δεν το θέλησες.

-.-

 Στο Ηλιατόριό μας τώρα μόνος διαβιώ

θεραπεύοντας θλίψες.

Κι όσο μεγάλο το σύμπαν,

τόσος κι εγώ γίνομαι κάθε φορά

που η αγάπη σου διαστέλλει την ψυχή μου

στον μικρόκοσμο τούτον που ζω.

Κι όχι, δεν κλαίω δεν κλαίω,

όνειρο εαρινό!

Βυθίζομαι μόνο στο χώμα που και που,

στο χώμα που σου απήγαγε το σώμα

και μες στο κενό

του κλέβω πάλι την ηχώ.

Σ’ αγροικώ, ψυχή μου, μες στην ψυχή μου.

Σ’ αγροικώ, εαρινό μου κεραύνωμα.

Στο σύμπαν αυτό

που οι θεοί δεν αδικούν τους κακούς

κι οι δαίμονες πάντα τους δικαιώνουν,

πρέπει ν’ αντέξουμε το κακό , αγάπη μου.

-.-

 Στις αμυγδαλιές το Φλεβάρη σε στεφάνωνα

και ζήλευαν οι πασχαλιές,

ώσπου τον Αύγουστο στην αλμύρα βουτούσαμε

και στολιζόσουν με την ορμή τη θάλασσας

και οπλιζόμουν με τη δύναμη των νερών.

Μακρινός ο βυθός

που κρεμόταν στα πόδια μας,

ποιος να πιστέψει πως  ορέγονταν

την ωραιότητά μας;

Και στα κιτρινόφυλλα το Φθινόπωρο

και στα μανουσάκια τον Δεκέμβρη

και που δεν σ’ αγάπησα!

Ερατεινός ο ουρανός του προσώπου σου

ανείπωτα πιο όμορφος από τ’ άστρα

κι η ευέραστη θάλασσα ζηλόφθονη

που εσένα αγάπησα πιότερο.

Εϊ αμυγδαλιές και πασχαλιές κι αλμύρες

και κιτρινόφυλλα νεκρά

και του Δεκέμβρη μας εσείς

μανούσια, λευκοφόρα,

δεν κλαίω για όσα χάθηκαν ,

δεν κλαίω για όσα καίνε.

Χαμογελώ στον ίσκιο της

κι όλο το πένθος σβήνει

καθώς μέσα στα σπλάχνα μου

άχρονη αγάπη σπαρταρά

κι η κοιμωμένη μέσα μου

χαμογελά κι Εκείνη.

-.-

 Παραμονή τ’ Αη-Γιαννιού,

γενέθλια δικά μου

κι είκοσι τρεις του Θεριστή,

 -θυμάσαι;-

στο περβόλι, κάτω από τη λεμονιά

που παράβγαινε σε αγιότητα τη φύση,

εκεί μέρες που ο Ήλιος

είχε σταθεί στην άκρη άκρη της εκλειπτικής

και μας κοίταζε με καυστική αγάπη,

εκεί πρωτοφιληθήκανε οι ψυχές μας

με χείλη σάρκινα.

Πηδήσαμε τις φωτιές και το ηφαίστειο της χαράς

τη μέρα εκείνη,

εκκολάψαμε τον έρωτα

στη θερμότητα του Ιούνη.

“Εσείς δεν θα πεθάνετε ποτέ”

τραγούδαγε στη λυγαριά

ένα αηδόνι, αχ αηδόνι,

ψέμα δεν είπες, πουλί της νιότης μας, ψέμα δεν είπες

κι εγώ δεν κλαίω,  αηδόνι της χαράς μου εκείνης,

δεν κλαίω,

χαμογελώ μπροστά στην ιχνηβατούσα ανάμνηση

του φιλιού, της φωτιάς, του ηφαιστείου της χαράς.

Αγάπη μου, ο έρωτας δεν πέθανε μαζί σου.

Νιώσε τον. Ολοζώντανος βαθιά μου μ’ ανταριάζει

τούτη την άδικη στιγμή

που στέκω αιωρούμενος

στης θλίψης το περβάζι.

Εικοσιτρείς. Ιούνιος. Σαράντα χρόνια τώρα.

-.-

 Τα μάνταλα στις πόρτες του τάφου

πόση ζωή; πόση;… πόσο κάλλος

μας  κλέψανε;

Αλλ’ η αγάπη που έμεινε έκταφη

τι είναι λοιπόν; Τι είναι;

Άκου με, κόσμε,

που νομίζεις ότι κλαίω,

καθώς ο γκιώνης μες στη νύχτα

μοιρολογάει τους θνητούς,

άκου με κόσμε,

η αγάπη θάνατο δεν έχει

και δεν κλαίω,

όσο ακόμα το μπορώ να λέω «την αγαπώ».

Τα μάνταλα στις πόρτες του τάφου

δεν έχουν δύναμη, δεν έχουν

και δεν μπορούν τον έρωτα

να θάψουν. Δεν μπορούν.

Γιατ’ είναι απ’ όλα πιο ισχυρή

η θέλησή μου εντός μου.

Κι εγώ την θέλω την νεκρή.

Ο τάφος και τα μάρμαρα

διόλου δεν μ’ εμποδίζουν.

Και αν στις συμπληγάδες της ζωής συνθλίβομαι,

μπορώ, μπορώ και αγαπώ την,

όχι την μνήμη τη θλιβή, μα την ωραίαν εκείνη.

-.-

 Ποιο ήταν το τραγούδι που σου ψιθύριζα

τις μετερώτιες εκείνες στιγμές μας;

 -θυμάσαι;-

«Αν μ’ αγαπάς κι είν’ όνειρο».

Κι αφού με αγαπάς,

το ξέρω μετά βεβαιότητας  αυτό,

εγώ δεν θα ξυπνήσω πριν από σένα, όχι,

ποτέ ας μην ξυπνήσω, αγαπημένη.

Θα καρτερώ απ’ τον ύπνο

να θυμηθεί το νερό,

να πιω πριν ο κόσμος ξυπνήσει,

πριν εσύ, πριν όλα…

Πριν τη φυγή των αστεριών απ’ τα μάτια μου,

συ δεν θα φύγεις απ’ την ψυχή μου.

-.-

 Έλα να παίξουμε , λοιπόν, έρωτα με το θάνατο,

έλα,

απόψε που η ψυχή μου σε ποθεί

όπως στο πρώτο μας φιλί.

Α! Μη μου αρνηθείς της ψυχής το ψέμα!

Εσύ που ποτέ δεν αρνήθηκες

το χαμόγελο στα παιδιά με τις πληγές,

μη μου αρνηθείς το ωραίο ψέμα,

έλα…

Έλα να παίξουμε έρωτα με το θάνατο,

να τον νικήσουμε,

αγαπημένη των ματιών και της ψυχής μου,

να τον σκοτώσουμε τον κακό,

στη γωνία των ονείρων,

να υψώσουμε πάλι τον έρωτά μας

στα φεγγαρολημέρια μας.

Ας μας ζηλέψουν οι Θεοί την ώρα των ερώτων.

Θάνατο άλλον,

πιότερο κακό,

δεν έχουν να μας στείλουν.

-.-

 Έλα…

μού έμεινε η ψυχή σου στο περβάζι,

κοίτα με μες στα μάτια πάλι ,

κοίτα μ’, έρωτα, ω ψυχή!

όχι δεν κλαίω όχι,

μη βλέπεις υγρή τη φωτογραφία που βαστώ,

όχι…δεν κλαίω, το είχες ζητήσει

και στο είχα υποσχεθεί,

ούτε το φως δεν κλαίει για σένα, για μένα,

για εμάς.

Και το σκοτάδι δεν χαίρεται.

Δεν μας έσβησε.

Αδύναμο το σκοτάδι

μπρος στα πνεύματά μας.

Κι αν χάνεται συνήθως

ανάμεσα στους πολλούς το πολύ,

εγώ δεν σ’ έχασα, αγάπη μου.

Εδώ, χαμένος  ανάμεσα

στο σκοτεινό πλήθος

που δεν σε θυμάται,

εγώ

φωτίζομαι από σένα. Αέναα.

-.-

 Με τι χορεύαμε το μπάλο; Θυμάσαι;

Χα…όχι…ναι το θυμάσαι, όχι με τα πόδια μας.

Ίδια θα σε χορέψω κι απόψε

στ’ αερικό μας σπιτικό.

Μυστικό. Μυσταγωγία.

Θ’ αναβοσβήνουν στο πέλαγος

τα φώσφορα μες στη νύχτα

κι εμείς θα χορεύουμε πάλι,

όχι δεν κλαίω σου λέω,

εμείς θα χορεύουμε πάλι

ενάντια στη φθορά που σου άρπαξε το σώμα.

Θα λέω το όνομά σου με το μου το κτητικό από κοντά,

-δική μου είσαι, όχι του θανάτου-,

θα σε στροβιλίζω ξανά στην αιωνιότητά μου κι απόψε,

στο μπάλο ήσουνα και θα είσαι

η κορυφαία  αγάπη μου!

Ασώματος χορός είναι η ζωή μου τώρα,

που σε έχω μόνο σε σκιά.

Μήπως και τότε, αγάπη μου,

που τα χέρια μου κυκλωτικά σε σφίγγανε,

μήπως και τότε

ασώματος δεν ήταν ο χορός μας;

-.-

  Κι αν μας καθήλωσε μες στα πράγματα

το απραγματοποίητο όνειρο,

όχι, δεν θα κλαφτώ του Θεού να μου στείλει

κάτι άλλο, κάτι που δεν θα είσαι εσύ.

Όχι, δεν κλαίω.

Ας κλάψουν οι άγιοι για τις αμαρτίες τους,

εμείς ήμασταν άνθρωποι απλοί,

σαν σταφύλια δροσιάς στην έρημο.

Δύσκολος χρόνος ο νεκρός, αγάπη μου,

μα όταν ξέρεις ν’ αγαπάς,

ξέρεις και να μην κλαίς.

-.-

 Ήσουν μικρή ακόμα, πολύ μικρή

και με ρώταγες για να μάθεις

αυτά που δεν ήξερα.

Κι εγώ, που αναζητούσα στο βαθύ σου είναι

την αλήθεια μου, σου έλεγα ένα μόνο.

Σε αγαπώ αυτό μονάχα είχα να σου μάθω,

καθώς μέσα σ’ αυτό είχα συμπεριλάβει

όλου του κόσμου τη σοφία.

Μ’ άρεσε που ανοιγόκλεινες τα μάτια σου

και τρυποπέρναγε το φως στην ψυχή μου.

Μα βλέπεις, ήρθαν οι ώρες μετά

εκείνες οι μαβιές,

που αφαιρούν απ’ τ’ ανθρώπινα  τον άνθρωπο.

Άργησα, όμορφό μου, άργησα

να σου μάθω πλήρως την αγάπη,

συγχώρεσέ με, τον ζωντανό, συ η νεκρή μου,

συγχώρεσέ με αγάπη μου,

μα είμαι εδώ ακόμα κι εσύ εδώ,

δεν κλαίω σου λέω, είμαι εδώ

να σε διδάξω πως ένας θνητός ποτέ δεν πεθαίνει,

αν έρωτας ζήσει διακαώς μέσα του.

Κι εμείς, όχι, ούτε εσύ, ούτε εγώ

δεν πεθάναμε, όχι,

είμαστε πάντα ζωντανοί, αγαπημένη μου,

μέσα στο χάος  το μέγα,

μέσα στον έρωτα ζουν οι ψυχές μας  ετερόχρονα.

Εσύ στην αιωνιότητα, εγώ στη μηδαμινότητα,

ζούμε ο ένας για τον άλλον πάντα .

Στ’ ανακάτεμα της ζωής με το θάνατο,

αθάνατοι εμείς.

-.-

 Στιχάκια της νύχτας που δεν ξημέρωσε

θα σου τραγουδώ

στο φως που με παιδεύει.

Κι αν σκοτεινό με βλέπεις,

μη μου λυπηθείς.

Το όραμά σου όλο

βαθύτατα εντός μου

κυοφορεί έρωτα.

Ανιστορώ αγάπη

στα ίχνη της ψυχής.

Είμαι καλά, αγάπη μου,

όσο βαθιά μου ζεις.

-.-

 Ναι, γονατίζει ο χρόνος εκείνες τις στιγμές

που ο θάνατος χωρίζει τις δίδυμες ψυχές.

Αλλά οι ώρες, στων ρολογιών τις στροφές,

εμάς μας κράτησαν δεμένους με τα δευτερόλεπτα,

αγάπη μου,

με τα χέρια μας που ψηλαφούν

το εδώ μέσα στο αιώνιο,

το αιώνιο μέσα στο εδώ.

Ας κρατήσουμε το εκλεχτό απ’ το όλον

και απ’ το τίποτα.

Δεν τα μπορεί όλα κι ο θάνατος, μη νομίζεις,

δεν τα μπορεί

Για δες την άφθαρτη αγάπη μας και πες μου:

Μπορεί να μου στερήσει το άπειρο;

-.-

Πλήν από σένα,

μου πήρε και την πατρίδα ο θάνατος

τούτες τις άρρωστες μέρες.

Τυχεροί οι νεκροί, αγάπη μου,

όταν ο όλεθρος θερίζει τη γη μας.

Μα εγώ έχω πατρίδα μου τον έρωτα

στων Ολυμπίων θεοτήτων τα λημέρια,

έχω πατρίδα μου τον τάφο που σκέπασε

τον έρωτα δίπλα στη ζωή μου,

έχω ακόμα και πορεύομαι

και ρέω στα προς το ζην,

έχω πολλά αποθέματα φωτός στα σπλάχνα μου.

Όσο κι αν τα σκοτάδια

κυνηγάνε την ψυχή μου

ποτέ δεν θα σκοτεινιάσω μέσα μου.

Φανός θυέλλης η αγάπη εντός μου.

Άκου με δεν κλαίω

ούτε για την νεκρωμένη χώρα.

Όπως παλεύω με το θάνατό σου,

θα παλέψω και μ’ αυτούς τους ζωντανούς

που θάνατο σκορπίζουν στην πατρίδα.

Όχι, δεν κλαίω αγάπη μου,

συ μ’ έμαθες με το χαμόγελο να πολεμώ,

πολέμιος κάθε κακού του κόσμου.

Με το χαμόγελο νικώ

κι αυτόν το θάνατό μας.

-.-

 Σου έχω ψήσει αγκινάρες στη φωτιά,

-θυμάσαι εκείνη τη γεύση; πόσο σου άρεσε!-

να τις ξεφυλλίσουμε, φύλλο προς φύλλο,

όπως τότε, που ξεφυλλίζαμε

το βιβλίο με τα ποιήματά μου,

αχ, δεν πρόλαβαν όλα ν’ απαγγελθούν,

βιαζόταν ο χρόνος και ζήλευε,

-θυμάσαι;-

«μας ζηλεύει μου έλεγες,

Κρόνος που τρώει τα παιδιά του

ο κάθε μας θεός».

Μου άρεσαν τα χείλη σου

πασαλειμμένα από  λάδι κι από αλάτι.

Ήταν η γεύση σου

μία λαχτάρα , μία ζωή, ένα άπειρο.

Αν θες και κάτι πιο πολύ από μένα απόψε,

μην κουμπωθείς, αγάπη μου,

πίσω απ’ το τείχος του θανάτου.

Ζήτα μου όλα τα αζήτητά μου

και τ’ ακριβά που έκρυβα

στο σεντούκι των πόθων

και τ’ άλλα  τα μη

τα ίσως, τ’ απαγορευμένα

που είχα σκοπό να σου πω,

μη δειλιάσεις να μου πεις «σε θέλω»,

σκιά είμαι κι εγώ

κι οι σκιές μας αγαπιούνται

μέσα στο έρεβος, μάτια μου!

Ζήτα μου, πέρ’ από το θάνατο,

τη ζωή μου.

-.-

 Όχι, δεν κλαίω υπνωτισμένο μου όνειρο.

Έχω πυξίδα που μ’ οδηγεί στην Ασφοδελία.

Κοίτα με που έρχομαι συρτός. Μες στο σκοτάδι

των αναμνήσεων έρχομαι και σε προσκυνώ.

Το σταυρουδάκι κάτω απ’ το λαιμό σου τρέμει.

Ω, σώμα μου, ω, σώμα μου,

τρέμεις κι εσύ ,

αλαφιασμένο μες στο κυνηγητό της αγάπης

που σου έκλεψε ο Κύκλωπας θεός.

Με το ένα του μάτι να με κοιτάζει,

με το ένα του χείλι να μου γελάει σαρκαστικά.

Μα εγώ δεν έχω τέρατα βαθιά μου.

Έχω εσένα,

καντηλάκι που το λάδι του έρωτα

σού τρέφει φλόγα άσβηστη

στου μισεμού σου τα μέρη.

Εσένα, που άγριες φράουλες, σαν των χειλιών σου το πορφυρό, στολίζουν

μες στην ψυχή μου τον καθαρμό σου.

Μονολογώ έναν έρωτα μη θνητό.

Εις το όνομα της αιωνιότητας,

ποτέ δεν θα μου πεθάνεις!

Ποτέ, έρωτά μου, ανέσπερε!

-.-

Χαμήλωσε μέσα στη νύχτα ο Ουρανός

κι απαλοκάθισε στη στέγη

του αόρατου σπιτιού μας.

Θα το διασχίσω, του είπα,

το πέλαγος των στεναγμών,

όχι δεν κλαίω, μην νομίζεις,

αφού την ώρα εκείνη,

δευτερόλεπτα πριν από την αναχώρηση,

«Θέλω να μείνεις Ήλιος γελαστός,

δεν θέλω να κλάψεις για μένα», φώναξε

κι έσβησε.

Θα σεβαστώ την επιθυμία της αγάπης, Ουρανέ,

με όλες τις δυνάμεις της ψυχής

που μπορώ να επιστρατεύσω

εναντίον του οδυρμού.

Με το χαμόγελο θα θρηνήσω τον έρωτά μου.

Μ’ ακούτε εσείς οι γύρω γύρω

στα περίχωρα του κόσμου;

Δεν κλαίω, σας λέω.

Χαμογελώ μέσα στον τάφο των ονείρων,

αγκαλιασμένος με τον άλλον μου εαυτό.

Εκείνη είμ’ εγώ κι εγώ Εκείνη.

Τεθνηκότες; Ζωντανοί;

Κανείς από σας δεν ξέρει να το πει.

Μα ο άνεμος μου λέει:

«Ζείτε, πεθαμένοι ερωτευμένοι,

μες στο αιώνιο, το πολύ του φωτός ζείτε».

-.-

 Έτσι, ψυχή μου, έτσι.

Στο Ηλιατόριό μας θεραπεύω το νου,

στον Φεγγαρότοπό μας

μαστιγώνω τις θλίψες

κι όλων των ανομιών του κόσμου

τις αμαρτίες ξεπλένω στην υδράνη μας.

Δυνατός μες στο θάνατο ζω

εν μέσω των ανθρώπων,

χωρίς εσένα, μαζί με σένα,

στις ενάλιες συναντήσεις μας έξω,

έξω από των ανθρώπων τον οίκτο

κι απ’ των θεών το παραμιλητό.

Να με θυμάσαι στην κάθε στιγμή που σ’ αγάπησα,

που σε πλησίασα με την αφή της ανάσας,

ωραίος σαν ουρανός ανέφελος

που στη γαία του παραδίνεται.

Να με θυμάσαι.

Και να θυμάσαι πως σ’ αγαπώ.

Αλλιώς πώς θα ξεκάνουμε

την βαρβαρότητα της αιωνιότητας;

Αλλιώς πώς;

-.-

 Να μου φιλήσεις τη μάνα μου αν την δεις,

αύριο πρωί με την αυγή,

που  θα κρυφτείτε πάλι στο σκοτάδι.

Όχι δεν κλαίω , πες της, όχι.

Σε αγαπούσε άπλετα κι εκείνη,

-το θυμάσαι;-

και σου έλεγε:

«Αγαπάς το γιό μου;

Τη ζωή μου αγαπάς!»

Κι εσύ της γέλαγες , ίδια φεγγάρι

ολοπρόσωπο.

( Δες το! Είναι ολόγιομο κι απόψε

που οι θύμησες ήρθαν αστρόφεγγες

στου νου τον Ουρανό).

«Τον αγαπώ», της έλεγες

κι ήτανε όλ’ η θηλυκότητα του κόσμου εντός μου,

μέσ’ από σας, που δεν σας έχω πια,

παρά μονάχα στο απόν παρόν μου.

Να φιληθείτε, αν βρεθείτε κάπου εκεί

που είμαι κι εγώ, χωρίς να είμαι.

-.-

 Πέρασε η ώρα. Πάει μεσάνυχτα.

Το ξέρω…περιμένεις παραμύθι.

Ποιο θέλεις να σου πω, αγάπη μου;

Πώς να σε νανουρίσω;

Εκείνο που ήταν μια ευτυχία

που δεν χώραγε στων άστρων τις συνήθειες;

Ή τ’ άλλο με τους δώδεκα κακούς

που κλέψανε του αγοριού το θηλυκό του μέρος;

Ή μήπως θέλεις πάλι να σου πω

εκείνο εκεί με την κουτσή ανατολή

που χάθηκε μια νύχτα

μες στο βάρος των ανθρώπων;

Χμ θέλεις εκείνο τ’ άλλο

που ο πρίγκηπας τής έδωσε φιλί

και ξύπνησε….ναιιιιι!  Ξύπνησε

μέσα στο παραμύθι!

Πόσο φιλί μπορώ ακόμα ν’ αναλώσω

πριν τελειώσω;

Όσο μου μένει πάρ’ το αγάπη μου νεκρή.

Να σ’ αναστήσω δεν μπορώ,

μα να πετάξω ως τον Άδη να σε βρω  μπορώ.

Κι αν όλο το φιλί, όλης μου της ζωής,

αν χρειαστεί να σου το δώσω,

θα στο χαρίσω, αστεφάνωτή μου ορμή,

κι ίσως μπορέσω μες στο χάος να σ’ ανταμώσω.

Άκου με μέσα στη σιωπή.

Όχι, δεν κλαίω. Καινό κι ωραίο παραμύθι

τρυφερά σου λέω

μέσα στης νύχτας τούτης την κατάμαυρη οπή.

-.-

 Νύσταξες , όνειρό μου; Νύσταξες;

Έλα, εσύ που στον αιώνιο ύπνο αφέθηκες

με τα μαλλιά λυμένα,

έλα και γείρε στην μικρή

της ύπαρξής μου αγκάλη.

Αρνούμαι να χαρίσω τη χαρά

σ’ εκείνον που με καρχαρόδοντο δρεπάνι

θερίζει την ομορφιά του σύμπαντός μου,

αλωνίζει τη ζωή και ψίχουλα την κάνει.

Δεν λογαριάζω την ισχύ του δαίμονα-θεού,

πριν καν μηδενιστώ κι εγώ από εκείνον.

Φίλα με, δεν κλαίω…δεν κλαίω.

Στο Ιόνιο μόνο,

όταν θα  ρθει η ώρα να κοιμηθώ αξύπνητα,

μόνο τότε θα κλάψω,

βυθισμένος όλος μέσα στο νερό,

μέσα στην αθάνατη θάλασσα.

-.-

Ένας ο δρόμος.

Μ’ όποιαν ταχύτητα κι αν τρέξεις,

ένας κι ο προορισμός, αγάπη μου.

Βιάστηκες. Μα εκεί που είσαι

κάποτε θα φτάσω.

Από χαρά, χαρά μου, εκεί  θα κλάψουμε μαζί.

Μόνο μαζί το κλάμα μας αξίζει.

Κι εγώ εδώ, δεν κλαίω μοναχός.

Όχι, δεν κλαίω.

-.-

 Κοίτα με, αγάπη μου σκιά. Κοίτα τα μάτια μου.

Αφού ήταν όρκος η υπόσχεσή μου

στο τελευταίο μας φίλημα ,

καθώς η ανάσα σου χανόταν

κι έμενε ορφανή η αναπνοή μου,

όχι δεν κλαίω, πίστεψέ με , αγάπη μου.

Ενάντια στις συμφορές των θνητών

που θεοί και δαίμονες συνεργούν για να συμβούν,

όχι, δεν κλαίω αγαπημένη.

Ενάντια στις βουλές των ισχυρών,

κραταιός ως ο θάνατος εγώ,

όχι δεν κλαίω, δεν κλαίω.

Κοιμήσου ελαφρά πάνω στον άνεμο.

Χαμογέλα μου, πρόσωπο του φωτός μου

κι εγώ κρατώ τον όρκο μου,

στο λόγο μου, ψυχή μου.

-.-

 Θα σε προσέχω

σαν τα μάτια που έχω.

Για να σε θωρώ

στο μνήμα ερωτόμορφη.

Θα σε προσέχω,

σαν εικόνα άγια που έχω για να προσκυνώ.

Άμορφη και θαμπή σκιά με όμορφη μορφή,

αγάπη μου …αγάπη μου σβησμένη στο σκοτάδι.

Μα, όχι δεν πενθώ ως οι συνήθεις.

Μέσα στην νύχτα ρέω, καταρρέω,

μα δεν κλαίω. Κοίτα με!

Απλά …τα μάτια μου

τα πήρ’ ένα ποτάμι πάλι απόψε.

Μα…

Όχι…δεν κλαίω…σου λέω,

στο είχα υποσχεθεί…

Απλά , τα μάτια μου

τα βρέχει μια βροχούλα πάλι απόψε,

καθώς στο σκότος μέσα, στην ευρεία μοναξιά

ψάχνω εκ νέου να σε βρω ,

να σε φιλήσω, να σου ζεφυρίσω

στην ψυχή σου την ανάσα μου,

να σιγοψιθυρίσω:

σε αγαπώ, απλά σε αγαπώ,

αιωνιότητά μου.

Όχι…δεν κλαίω …

Απλά τα μάτια μου τα πήρε μια βροχούλα πάλι απόψε.

-.-

Καληνύχτα Φως…σε αγαπώ.-

                                    

Γιώργης Π. Δρυμωνιάτης

http://logotehnias.blogspot.gr/2015/10/blog-post.html

Αυτό που αναρτώ σήμερα, ξέρω, θα το διαβάσουν πολύ λίγοι. Γιατί είναι τεράστιο, για τα δεδομένα του Facebook. Αλλά για εσάς τους ελάχιστους το αναρτώ. Είναι ένα ολόκληρο βιβλιοποίημά μου, έτοιμο για έκδοση σε ελάχιστα αντίτυπα , όχι για να πουληθούν, μα απλά για να νομιμοποιήσουν τη γραφή μου, μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο που ο νόμος μάλλον επιβάλει την αδικία , παρά υπηρετεί το Δίκαιο και που οι κλέφτες είναι έτοιμοι να εμπορευτούν ακόμα και το πνεύμα ή και την ανάσα μας. Κι επειδή ακριβώς εγώ δεν μπορώ ποτέ να εμπορευτώ την Ποίηση και ποτέ δεν θα επιχειρήσω επί χρήμασι να την εκποιήσω , σ’ εσάς τους λίγους που νιώθετε από λυρισμό, σας το χαρίζω ήδη μέσα από τον Κήπο μου, με όλη μου την ψυχή μου.

Γιώργης Π. Δρυμωνιάτης

http://logotehnias.blogspot.gr/2015/10/blog-post.html

Θερμές ευχαριστίες με όλη μου την καρδιά οφείλω στην πολύ αγαπημένη μου φίλη, την Καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Αθηνών κα Γιόλα Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου που μου επιμελήθηκε, όπως με έχει συνηθίσει, με πολλή αγάπη, με αληθινή φιλία και με όλη της την ψυχή τα κείμενά μου.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s