Κοκορομαχίες – Ιβάν Γκολ

«Κι όταν η μάχη σταματήσει/ο νικητής – τόσο αξιοθρήνητος μπροστά στο θύμα του – ξύνει την άμμο/τσιμπώντας με το ράμφος του ένα λαιμό άψυχο /με λύσσα ανώφελη/ για μια ζωή ανόητη».

This slideshow requires JavaScript.

Στο ποίημα Κοκορομαχίες ο Ιβάν Γκολ περιγράφει έναν μικρό οκτάγωνο ναό, που όμως δεν είναι κάποιο ανθρώπινο οικοδόμημα, αλλά μια ποιητική αλληγορία της φύσης, αναζητώντας τους κώδικες στην πηγή του φωτός και κατ΄ επέκταση τη πηγή του θείου:

«μοιάζει μ΄ ένα κινέζικο παιχνίδι για μεγάλους/ είναι άραγε ο ναός της αυγής; / Μέσ’ απ΄ τους τοίχους βγαίνει η κραυγή του κόκορα / η κραυγή από χίλιους κόκορες/ που ίσως μαζευτήκανε για ν΄ αντιστρέψουν την τάξη των ωρών».

Η αυγή προμηνάει κάθε φορά μια νέα αρχή, ο ήλιος εστιάζεται στην εκκίνηση του ρυθμού της ζωής. Η κραυγή του κόκορα σηματοδοτεί ένα νέο ξεκίνημα, δίνει ώθηση στην αρχέγονη στιγμή που αναγεννιέται, υπάρχει, και ταυτίζεται με τις δραστηριότητές μας. Εμείς είμαστε λοιπόν οι κόκορες, εμείς αυτοί που κάθε πρωί διαλαλούμε την ύπαρξη, που επιμένουμε θορυβώντας να δηλώνουμε το παρόν στην κοσμογονική εξέλιξη των δευτερολέπτων που κυλούν ερήμην μας.

Ο χρόνος ποτέ δεν κατακτήθηκε, ποτέ δεν γίναμε κυρίαρχοί του. Δεν μπορούμε να αντιστρέψουμε την τάξη των ωρών, είναι αδύνατον να μας φανταστούμε έξω από το περιθώριο του χρόνου που μας περιβάλλει. Συμβολίζουμε την υπερηφάνεια. Την αγωνία να ταυτιστούμε με το παρόν.

Το παιχνίδι της επιβίωσης εξαρτάται από την διαχείριση του ηρωισμού μας, από το πόσο έξυπνοι θα φανούμε στις δύσκολες περιστάσεις, από τον τρόπο που θα κινηθούμε μέσα στο χαοτικό πλήθος.

Ο αριθμός, το βάρος, το νούμερο, το όνομα, ως απόηχοι άρσης της ελευθερίας κινήσεων, στην οριακή στιγμή όπου ερχόμαστε αντιμέτωποι με το πεπρωμένο μας να αυτοφυλακιζόμαστε μέσα στο βασίλειο που μας αναδεικνύει, λοιδορώντας προθέσεις και κίνητρα, βάζοντας στο στόχαστρο την ανοδική μας πορεία προς τον εξευγενισμό, παραμένοντας επί της ουσίας τα άγρια ζώα που δεν εξημερώθηκαν, με τους πονηρούς ντελάληδες να οικειοποιούν για χάρη μας τα χρώματα της αυγής, αυτοί που επιδεικτικά υπερασπίζονται τη φωνή και το κύρος μας, κρύβοντας με επιδεξιότητα το φόβο μας για τις στιγμές που χάνονται:

«Ζυγίζουν τους κόκορες/ τους κάνουν ν΄ αστράφτουν για την τελική μάχη/τους έχουν κόψει το πορφυρό λειρί /-το στολίδι του αρσενικού και του έρωτα – /τους αφήνουν το αγωνιστικό λοφίο/ τους βρέχουν το γυμνό κεφάλι με οινόπνευμα/ το περιττό και απαλό πούπουλο ξυρίζεται/ μένουν μόνο τα χρώματα από το έμβλημά τους/τα χρυσά ή μελανά φτερά του θυρεού τους».

Δεν είμαστε πια ένδοξοι βασιλείς αλλά τα πιόνια ενός αρχέγονου μίσους, το οποίο δεν έχει εξηγηθεί ακόμα.

Δεν έχει ανακαλυφθεί η πηγή της αυτοκαταστροφικότητάς μας. Έρμαια του πάθους μας για επιβολή, αστράφτουμε για την τελική μάχη, δίχως να συνειδητοποιήσουμε πως το δικό μας τέλος σκηνοθετούμε, πως στο βάθος αντίπαλος είναι μόνο ένας: ο εαυτός μας. Μας ζυγίζουν, μας κόβουν το σύμβολο της αθωότητάς μας, το λειρί της γνώσης του έρωτα, τον ρομαντισμό και την αίσθηση της οικειότητας με το σύμπαν, για να γίνουμε θύματα εκείνων που επιδοκιμάζουμε, θύματα της δύναμής μας.

Αφήνουμε να μας βρέξουν το κεφάλι, να μας παραμορφώσουν με ιδέες, πρότυπα, οράματα, πιστεύοντας πως το χαμένο μας μεγαλείο κρύβεται μέσα στα χνάρια της συνείδησης, στην γλυκιά αίσθηση πως είμαστε χρήσιμα υλικά, ακατέργαστες καρδιές για τη προμηνυόμενη σφαγή:

«Να τώρα η αρένα/ νά ο στίβος της ζωής και του θανάτου/ να ο πανάρχαιος και πρωταρχικός Νόμος/το Ράμφος».

Το ράμφος. Σύμβολο επιβολής. Το εργαλείο του δογματισμού και της δύναμης. Μεταφερόμαστε στην αρένα. Οι θεατές διψούν για θέαμα κι είμαστε έτοιμοι να τους το προσφέρουμε. Λάτρεις της επίδειξης, έχουμε κάθε λόγο να δείξουμε στους άλλους το ράμφος, το γόητρο της εξουσίας μας πάνω τους.

Θέλουμε να μας τρέμουν, επιθυμούμε να μας θαυμάζουν μέσα στον τρόμος τους, για να μην διαψευστούμε στο στίβο της ζωής, για να μην ηττηθούμε. Το ράμφος είναι ακονισμένο με τη δίψα του πλήθους, με τις αιμοσταγείς τους τάσεις, με το πάθος τους και την αγωνία τους. Η δύναμη μπορεί να καλύψει την τραυματική εμπειρία της καθημερινής μας οπισθοχώρησης ως καλαίσθητη ψευδαίσθηση.

Αντικριστά ζυγιάζουμε το μέγεθος του αντιπάλου. Μα ο αντίπαλος είναι ένας καθρέφτης. Ποιοι είμαστε; Ποιος στέκει απέναντί μας, ποιος επεξεργάζεται το μαχητή; Ο χρησμός έχει ρίξει τις ζαριές, η εμπειρία είναι μια απώλεια, νίκη δεν υπάρχει και η αιωνιότητα είναι ακινητοποιημένη.

Οι χάλκινες μύτες προδίδουν την επιβλητική μουσική που κρούει τους ήρωες στο να ριχτούν στη μάχη με θάρρος, φανερώνεται η επισημότητα της τελετής, η πολυτιμότητα της ζωής καθαιρείται για το θέαμα, ο άνθρωπος αγωνίζεται να κατακτήσει τη σίγουρη, σοφή, εκλεπτυσμένη τέχνη του ξιφομάχου, περιεργάζεται το θάνατό του μέσα από το θάνατο του άλλου, εξερευνά το φόβο στο φόβο του άλλου, διανύει διανοητικά τον πόνο μέσα από τον πόνο του άλλου. Δεν υπάρχει συγχώρεση, δεν υπάρχει υποχώρηση, ο θάνατος βιώνεται μέσα από τη ζωή:

«Νά τα χρυσά ράμφη που χτυπούν /νά το πυροτέχνημα/ άσπρο φτερό στον άνεμο/λαμπρό ρουμπίνι αιμάτινο/φτερούγα σωτηρίας/ο μαύρος που τρυπάει το λαιμό του άσπρου/ο άσπρος που σφυροκοπάει το κρανίο του μαύρου/ένα μικρό κομμάτι σάρκα σκιρτάει ένα αυλάκι κατακόκκινο/ ένας στροβιλισμός ράμφος με ράμφος/Δύο πουλιά που μέσα τους ριζώνει το ίδιο μίσος/η ίδια τόλμη ο ίδιος ηρωισμός/Ο κόσμος που περιστρέφεται είναι ο αγώνας τους/η περιδίνησή τους/ο πόνος δεν υπάρχει πια/η λογική δεν υπάρχει πια η ζωή δεν υπάρχει πια/ η νίκη είναι η μόνη αλήθεια».

Στην διανοητική χώρα όπου κυριαρχεί το ένστικτο και ποτέ η λογική. Αυτή η μάχη δεν έχει νικητές και χαμένους. Ο ρυθμός της ζωής αντικατοπτρίζεται στο ρυθμό του θανάτου, όπως το μίσος ανασκαλεύει τα χαμένα πρότυπα στο κοσμοείδωλο των ενστίκτων. Όλα αντισταθμίζονται γύρω από τον ίδιο στόχο, από τα ίδια αισθήματα, από το ίδιο μίσος και την ίδια τόλμη. Όλα αντικαθρεφτίζουν το ανέφικτο.

Ο αγώνας για επιβίωση δεν επικεντρώνεται μόνο στο σημείο του πάθους για ζωή αλλά και στην περίπλοκη διαδικασία να γίνουμε ένα με τον εαυτό μας, να βρούμε ξανά το ναό μας, το Θεό. Τι απομένει μετά από κάθε μάχη;

Τι είναι αυτό που αφήνει η κάθε μάχη; Όσα χάσαμε και δεν μπορούμε να αποκτήσουμε ξανά, οι κόσμοι που εξανεμίστηκαν και κατοικούν μονάχα ως σκιές στη μνήμη. Ερχόμενοι σε ρήξη με την ίδια την καταγωγή της ύπαρξής μας συντελείτε μια καταστροφή.

Ο Γκολ ισχυρίζεται πως αυτή η γόνιμη προδοσία του ίδιου μας του εαυτού, η τόσο ακατανόητη μα τόσο φυσική στην πραγμάτωσή της, είναι η κατάρα του ανθρώπου που τον καταδικάζει στην δράση, σαν νέος Προμηθέας που ξέρει να αντιμετωπίζει τον φθόνο των θεών και των όμοιών του.

Τι απομένει μετά από κάθε μάχη; Μετά από κάθε προσπάθεια να προσδιοριστούμε και να προσδιορίσουμε τον κόσμο; Ποιος κόκορας κραυγάζει μέσα μας; Ο Γκολ καταλήγει στην ήττα του νικητή και όχι του νικημένου, στον πολυσήμαντο ορισμό του θύτη και του θύματος:

«Κι όταν η μάχη σταματήσει/ο νικητής – τόσο αξιοθρήνητος μπροστά στο θύμα του – ξύνει την άμμο/τσιμπώντας με το ράμφος του ένα λαιμό άψυχο /με λύσσα ανώφελη/ για μια ζωή ανόητη».

http://www.bibliotheque.gr/article/10406

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s