«Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου»

Και το ελάφι, λες και βγαίνει από τα παιδικά Χριστούγεννα όπως οι ήρωες των παραμυθιών, για να υπογραμμίσει ότι ο κόσμος των ενηλίκων δεν είναι παρά η συνέχεια εκείνου του αλλοτινού:

24231752_1763098867319455_5603365706538863390_n

«Για να ζεσταθείς κάλεσε για επίσκεψη το κοριτσάκι με τα

σπίρτα. Φαντάσου ζαχαρωτά σε φωτισμένες βιτρίνες. Αντί για

κουβέρτα χρησιμοποίησε τους επτά νάνους.»

 

Ο ποιητικός κόσμος του Δημήτρη Αγγελή. Ένας κόσμος τόσο παράξενος στις εικόνες του. Σε γοητεύει, θέλεις να εισχωρήσεις, σαν να ανοίγεις μια πόρτα παραμυθιού, και ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι πως το τοπίο είναι σκληρό, το έδαφος πετρώδες.

Αυτή η ποίηση έχει μέσα της πόνο, κι όμως δεν σε απωθεί. Αντιθέτως, σε παίρνει απ’ το χέρι και μέσα σε τριάντα τρία στιχουργήματα (τα περισσότερα άτιτλα, μόνο με αρίθμηση) που συμπληρώνουν το ένα το άλλο συναποτελώντας ένα ποιητικό όλον, σε οδηγεί στο σύμπαν του ποιητή, που αποδεικνύεται περίεργα οικείο.

Λέξεις δυναμικά αυτόνομες (συνοδευόμενες από υπερρεαλιστικές εικόνες σε μερικά από τα ποιήματα) κυριαρχούν και θέτουν τα όρια της ανάγνωσης. Η ποίηση του Δημήτρη Αγγελή δεν σου επιτρέπει πολλές ερμηνείες. Είναι μονοσήμαντος  ο κόσμος του, χωρίς αυτό να αφαιρεί κάτι από την αξία του. Σε κατευθύνει ο ίδιος ο ποιητής στους χώρους που επιθυμεί και σου δίνει το ελάχιστο που χρειάζεσαι για να κατανοήσεις. Γιατί αυτός ο δυνατός λόγος είναι απλός στα στιχουργικά του μέσα.

Παράλληλες εικόνες που μοιάζουν αυτόνομες στη σημασία τους, τελικά συναντώνται και δίνουν την πλήρη εικόνα. Μόνο που πρέπει να τις ‘διαβάσεις’ μία μία ανοίγοντας το περίβλημά της για να ανακαλύψεις τα ενδότερα, το νήμα που τη συνδέει με τις υπόλοιπες.

Παιδικές μνήμες συνεχίζουν την ιστορία τους στα σύγχρονα πάθη του ενήλικα, μια θηλυκή παρουσία στοιχειώνει εδώ κι εκεί τον ποιητικό λόγο, η κοινωνία της κρίσης μοιάζει να αποτελεί τον εξωτερικό χώρο για να κινητοποιηθεί η έμπνευση, χωρίς ωστόσο να τοποθετείται πολιτικά. Ο εσωτερικός κόσμος κυριαρχεί και δημιουργεί τοπία χιονισμένα, ακτές που ξεβράζουν ημιθανείς φάλαινες, πρωινά Κυριακής με απόγνωση του ποιητή για το ‘καταφύγιο’ της ποίησης:

«Γράψε και γι’ αυτόν τον καθημερινό μου φόβο μήπως χαθεί για πάντα η

Μαρία

σ’ ένα μέρος χωρίς βροχή, ένα πρωινό χωρίς στίχους.»

Πρόσωπα του λογοτεχνικού σύμπαντος του ποιητή ζουν μέσα στους δικούς του στίχους, ένας ελάχιστος Κάφκα κρυμμένος πίσω από τον Χωρομέτρη του δικού του ποιήματος σαν να ξέφυγε από τον ‘Πύργο’ για να συνδράμει το “παράλογο” των προσωπικών του εικόνων:

«Να γράψω ένα ποίημα για τη σιωπηλή Κυριακή που να λέει τους λύκους

λύκους και τους φονιάδες φονιάδες

Να βγω στον ακάλυπτο και να φωνάξω ό χ ι σαν κάτι να με πνίγει

Να διαβάσω Γιόζεφ Ροτ, να ξαναθυμηθώ τον μεσοπόλεμο του Λεοντάρη

Να χορέψω με το Riders on the storm στο πικάπ σα να επίκειται πάλι το τέλος

Να είσαι εσύ το τέλος μου, να είμαι ο δικός σου μεσοπόλεμος

Να βγω από το σπίτι, να βγω επιτέλους από τον εαυτό μου,

Ν’ αγοράσω εφημερίδα, να δω τους συνταξιούχους που παίζουν σκάκι στα παγκάκια της προκυμαίας

Να φανταστώ έναν βυζαντινό άγγελο να κατεβαίνει στα νερά ψιθυρίζοντας ακατάληπτες λέξεις

Να περάσω απ’ το καφενείο που συζητάνε πολιτική και ποδόσφαιρο

Να τηλεφωνήσω στον ηλεκτρολόγο

Να τηλεφωνήσω στον χωρομέτρη

Να ζητήσω ζάχαρη απ’ τον γείτονα

Να μην είναι σιωπηλή η Κυριακή, να μην γράφω ποιήματα.»

 

http://cantfus.blogspot.gr/2015/11/blog-post_58.html

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s