Τι είπε μια νύχτα το κλαρίνο του Τάσου Χαλκιά στους ακροατάς του

O Βασίλης Αλεξίου στον Τάσο Πορφύρη

 

Εσείς που ακούτε δεν ακούτε.
Μες στα φαράγγια του μυαλού σας
μες στις χαράδρες της ψυχής σας
σε βάραθρα αγριωπά πνιγμένα στ’ ασφοδέλια
γεμάτοι είσαστε από φωνές που φύγαν.

Εσείς που ακούτε δεν ακούτε.
Γερμένοι προς τα μέσα σας πηγάδια
τρυγάτε νήπιες φωνές της μνήμης.
Λέξεις που θέλατε να πείτε
και τις πνίξατε,
το λάλον ύδωρ της φωνής σας
που το στέγνωσαν
τα ψέματα του κόσμου
κι οι συμβάσεις
και της ανάγκης ο ζυγός
ο μισθοφόρος.

Εσείς που ακούτε δεν ακούτε.
Όμοια νεκροί που μόνον στα όνειρά τους ζούνε.

Μα εγώ,
σας/τα ανασταίνω!

Η συνάντηση του Τάσου Χαλκιά με τον Benny Goodman

«Μια μέρα ήρθε η μπόσενα και μου είπε πως στο μαγαζί βρίσκονται καμιά δεκαριά άτομα με τον κύριο Γκούτμαν. Τους είχε φέρει το ενδιαφέρον τους για ένα σκοπό που έπρεπε να παιχτεί πάνω σε μοιρολόι και οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορούσαν να το παίξουν, η ορχήστρα του Μπέννυ Γκούτμαν. Επρόκειτο για κινηματογραφικό έργο του Ρίτσαρντ Σεραφιάν.

Το Άντυ (σ.σ. ταινία του 1965), όπου μια μάνα χάνει την κόρη της και τρελαίνεται (σ.σ. δεν είμαι σίγουρος αν η ταινία έχει να κάνει με κάτι τέτοιο – άλλα έχω διαβάσει). Για εκείνη τη στιγμή θέλαν’ ένα σκοπό μοιρολόι. Ρώτησαν και τους είπαν να έρθουν στη Νέα Υόρκη, στο κέντρο Αλή Μπαμπάς, όπου παίζει κάποιος, που είναι σε θέση να εξυπηρετήσει και ονομάζεται Τάσος Χαλκιάς. Μπένυ Γκούτμαν.

a_LIFO_Halkias_3
Όταν μου είπε η μπόσενα ότι “Κύριε Χαλκιά, σήμερα φιλοξενούμε στο μαγαζί τον Μπέννυ Γκούτμαν”, είναι αλήθεια πως γνωρίζοντας ποιος είναι, δεν μπορούσα να παίξω αυτό που θέλανε. Βέβαια, κατόπιν συνεννόησης, με την μπόσενα, διότι εκείνη έκανε το διερμηνέα –εγώ δεν ήξερα να μιλήσω– ο Γκούτμαν της είπε: – Θέλω να παίξει ένα μοιρολόι.

Τι είναι αυτό το πράγμα; – Να παίξω, είπα, αλλά επειδή ήξερα για τον άνθρωπο αυτόν, επήγα πρώτα στο μπαρ κι έσφιξα δυο-τρία ουίσκι και κατόπιν ανέβηκα επάνω. Μόλις τελείωσα ήρθε στο πάλκο και με ρώτησε αν διαβάζω νότες. – Δε διαβάζω κύριε. – Και περνάς τόσα πράματα; Εγώ να ήμουνα, χωρίς να διάβαζα δε θα τα κατάφερνα ποτέ.

Είναι! Σαν βυζαντινή μουσική. Έπαιξα ωραία. Του φάνηκε παράξενος ο ήχος του μοιρολογιού. Ο τρόπος. Οι τραβηχτές φωνές σε μόρια. Πολύ τραβηχτές. Κι αυτό ίσως δεν το είχαν στη μουσική που έπαιζε ο Γκούτμαν.

Στην Τζαζ. Βγάζουν καθαρές φωνές στην Τζαζ. Δεν έχουν κλεισάντα. Δεν έχουν μόρια μέσα στις φωνές τους και τους εντυπωσίασα φαίνεται. Τους άρεσε πολύ. Τρελάθηκε ο Γκούτμαν.

Ανέβηκε στο πάλκο και κοντά στις ερωτήσεις με φίλησε κι ύστερα όταν καθίσαμε στην παρέα του μου έδωσε μια μπουκαδούρα (σ.σ. επιστόμιο) δώρο που έγραφε πάνω το όνομά του. Μου έδωσε επίσης και καλάμια (σ.σ. τα γλωσσίδια που τοποθετούνται πάνω στο επιστόμιο και αφού σφιχτούν πάλλονται κατά το φύσημα). Δεν ξέρω πώς, αλλά έβγαζε και δικά του καλάμια.

Έπαιξα τελικά με την ορχήστρα του, μ’ αυτόν τον μεγάλο κλαρινίστα της Αμερικής μετά από το παίξιμο που έκανα στο μαγαζί, όπου κάθισα έξι μήνες. Έκαναν καλά λεφτά τα αφεντικά. Ήτανε ωραίοι άνθρωποι, αλλά και το μαγαζί τους πολύ σωστό

για την εποχή». Πηγή: www.lifo.gr

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s