Η ιστορία της Όπερας του Παρισιού που γιορτάζει τα 350 της χρόνια

1.429 παραγωγές, 13.374 παραστάσεις και 5.464 καλλιτέχνες έχουν πατήσει το πάτωμα στις διάσημες σκηνές της

cid_1123538695_05178v

Με ετήσιο προϋπολογισμό της τάξης των 200 εκατομμυρίων ευρώ, από τα οποία 100 προέρχονται από το Γαλλικό κράτος και 70 από ταμειακές εισπράξεις η Όπερα μοιράζει τις παραγωγές της στο Γκαρνιέ και τη Βαστίλη και υποστηρίζει ένα μεγάλο μόνιμο προσωπικό, που περιλαμβάνει την 170μελή ορχήστρα, μια χορωδία 110 ατόμων και τα 150μελή corps de ballet.

 

Κάθε χρόνο, η Opéra παρουσιάζει σχεδόν 380 παραστάσεις όπερας, μπαλέτου και άλλα κονσέρτα, με συνολικά 800.000 θεατές, το 17% των οποίων έρχονται από το εξωτερικό δεν αποτελεί μόνο ένα πολιτιστικό, αλλά και ένα τουριστικό τοπόσημο της Γαλλικής πρωτεύουσας.

Υπό την επωνυμία Opéra National de Paris, ανεβάζει κυρίως όπερες στο σύγχρονο θέατρο 2.700 θέσεων Opéra Bastille που άνοιξε το 1989, και μπαλέτα και μερικές κλασικές όπερες στο παλαιότερο 1.700 θέσεων Παλαί Γκαρνιέ που άνοιξε το 1875.

Ιδρύθηκε το 1669 από τον Λουδοβίκο ΙΔ’ ως Académie d’Opéra, και λίγο αργότερα τέθηκε υπό την ηγεσία του Ζαν Μπατίστ Λουλί και επίσημα μετονομάστηκε Académie Royale de Musique, αλλά συνέχισε να είναι γνωστή απλούστερα ως Opéra. Το κλασικό μπαλέτο όπως είναι γνωστό σήμερα αναδύθηκε μέσα στην Όπερα του Παρισιού ως Paris Opera Ballet και έχει παραμείνει αναπόσπαστο και σημαντικό κομμάτι της.

Το Palais Garnier είναι 1.979 θέσεων και κτίστηκε από το 1861 μέχρι το 1875, προορισμένο να γίνει η έδρα της Όπερας του Παρισιού. Αρχικά ονομαζόταν Salle des Capucines επειδή βρισκόταν στο Boulevard des Capucines στο 9ο γεωγραφικό διαμέρισμα του Παρισιού, αλλά σύντομα έγινε γνωστό ως Palais Garnier  σε αναγνώριση της χλιδής και του αρχιτέκτονά του, Σαρλ Γκαρνιέ.

Το θέατρο αποκαλείται και Opéra Garnier και ιστορικά είναι γνωστό ως Opéra de Paris  ή πιο απλά Opéra, καθώς ήταν η πρωταρχική λυρική σκηνή στο Παρίσι, αλλά και έδρα του Μπαλέτου της Όπερας του Παρισιού, μέχρι το 1989, όταν η Opera Bastille άνοιξε τις πύλες της στην περιοχή της Βαστίλης. Η αίθουσα του Παλέ Γκαρνιέ χρησιμοποιείται πλέον κυρίως για παραστάσεις μπαλέτου.

Ο Λουδοβίκος 15ος ιδρύει το 1661 τη Βασιλική Ακαδημία Χορού με σκοπό την κατάρτιση χορευτών και την επισημοποίηση της χορογραφικής τέχνης. Οκτώ χρόνια αργότερα, το 1669  ιδρύεται η Βασιλική Ακαδημία της Μουσικής, γνωστής επίσης ως Ακαδημία Όπερας ή Όπερας. Ο κόμης Colbert συγκεντρώνει μια ομάδα τραγουδιστών, την πρώτη του επαγγελματική ορχήστρα στη Γαλλία και το Μπαλέτο, προκειμένου η Βασιλική Ακαδημία να προωθήσει τη γαλλική όπερα.

Μόνο μετά τη Γαλλική Επανάσταση χρηματοδοτήθηκε από το κράτος. Ο βασιλιάς όμως είχε δώσει ένα προνόμιο: το μονοπώλιο για τις παραστάσεις του μουσικού θεάτρου. Από το 1672 – 1687 με σκηνοθέτη τον Ζαν Μπατίστ Λυλί (Jean-Baptiste Lully, 28 Νοεμβρίου 1632 – 22 Μαρτίου 1687) που θεωρείται πατέρας του γαλλικού ύφους της Μπαρόκ μουσικής, ανέβηκαν ανάμεσα σε άλλα έργα του το Κάδμος και Ερμιόνη (1673), που θεωρείται ότι είναι η πρώτη γαλλική όπερα στην ιστορία της μουσικής.

Κατά τη διάρκεια των δυο επόμενων αιώνων η Όπερα αλλάζει τόπο παραστάσεων 11 φορές. Στεγάζεται στα la Bouteille (1670-1672), στο Jeu de Paume(1672-1673), στο Palais-Royal (1673-1763), στη Salle des Machines (1764-1770), στο Palais-Royal (1770-1781), στο Menus-Plaisirs (1781), tστην  Porte Saint-Martin (1781-1794), στη Salle de la Rue de Richelieu (1794-1820), στο Théâtre Louvois (1820), στις Salles Favart (1820-1821)  και στο  Le Peletier (1821-1873).

 

Το 1681 ανοίγει τις πόρτες της για πρώτη φορά για γυναίκες χορεύτριες. Το 1733 ο Ζαν Φιλίπ Ραμώ, σε ηλικία 50 ετών έκανε το ντεμπούτο του στην Académie royale de Musique με μια τραγική όπερα, Hippolyte et Aricie, με βάση το έργο Φαίδρα του Ρακίνα. Κατά τη διάρκεια των είκοσι ετών που ακολούθησαν, συνέθεσε δώδεκα έργα για την Ακαδημία.

Το 1774 σε μια περίοδο έντονων αλλαγών στην όπερα με τον Μότσαρτ να αφήνει το σημάδι του πέρα από το Σάλτσμπουργκ και τον Κρίστοφερ Ουίλιαμπαλντ Γκλουκ να πηγαίνει από τη Βιέννη για το Παρίσι για να εφαρμόσει τις μουσικές του μεταρρυθμίσεις στη γαλλική όπερα με τα έργα του Ιφιγένεια εν Αυλίδι, Ορφέας και Ευριδίκη, ανάμεσα σε άλλα,  να ανεβαίνουν στην Académie royale de Musique.

Το 1776, ο Ζαν Ζορζ Νοβέρ που σήμερα θεωρείται ο ιδρυτής του σύγχρονου μπαλέτου, εισήγαγε το μπαλέτο στη σκηνή της Όπερας: για πρώτη φορά το μπαλέτο παίρνει μέρος στην αφήγηση και δεν χόρευε μόνο στο διάλειμμα. Το 1782 ο Λουίτζι Κερουμπίνι συνέθεσε την πρώτη του όπερα Anacréon ou l’Amour Fugitif στη γαλλική Όπερα που ήταν παταγώδης αποτυχία.

Παρόλα αυτά και έχοντας επηρεαστεί από το γαλλικό ύφος, η όπερα του, Δημοφών έτυχε θερμής υποδοχής στην Όπερα των Παρισίων το 1788. Η όπερα το 1784 αποκτά Σχολή Μπαλέτου, η οποία παλιότερα ονομαζόταν École de l’Académie.

Το 1826 ο Ροσίνι συνέθεσε τις τελευταίες του όπερες για την Ακαδημία και το μνημειώδες έργο του Γουλιέλμος Τέλλος (1829). Το 1828 δίνεται η πρώτη παράσταση της Muette de Portici από τον Daniel-Françoise-Esprit Auber με ένα λιμπρέτο του Eugène Scribe.

Αν και έχει ξεχαστεί σε μεγάλο βαθμό, αυτή η όπερα ήταν μια τεράστια επιτυχία την εποχή εκείνη και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της Γαλλικής Μεγάλης Όπερας. Το Παρίσι θα τιμήσει αργότερα τη συνεργασία των δύο καλλιτεχνικών μεγαλοφυών, του Auber και του Scribe, δίνοντας τα ονόματα σε δύο δρόμους που οδηγούν στο Palais Garnier.

Η Όπερα Giacomo Meyerbeer, Robert le Diable παρά το γκροτέσκο της θέμα αφού ο γιος του διαβόλου ερωτεύεται μια πριγκίπισσα, κάνει τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία στην ιστορία της Όπερας. Τα έργα του Meyerbeer, μαζί με αυτά του Rossini και Halévy, έθεσαν τα θεμέλια της Μεγάλης Γαλλικής Όπερας.

Ο Wagner επηρεάστηκε από αυτές πριν δημιουργήσει το δικό του στιλ και ο Verdi δεν έχασε ποτέ πρεμιέρα στην Όπερα του Παρισιού. Το Παρίσι γίνεται κόμβος του οπερατικού κόσμου και όλοι οι μεγάλοι συνθέτες επιδίωκαν με ανυπομονησία να παρουσιάσουν τα έργα τους εκεί.

opera-garnier-paris-visite-900x500

Παράλληλα, στον κόσμο του χορού παρουσιάζεται το μπαλέτο La Sylphide, από τον Philippe Taglioni. Είναι η πρώτη φορά που οι χορεύτριες φορούν λευκά ρούχα.

Το 1840 ο Donizetti, ανεβάζει το La Favorite, το πρώτο του έργο για την Παρισινή Όπερα, ενώ ένα χρόνο αργότερα το μπαλέτο, Giselle, από τους Jean Coralli και Jules Perrot, σημάδεψε το απόγειο του ρομαντικού μπαλέτου.

Το 1845, ο Jacques Fromental ανεβάζει το πιο διάσημο έργο του La Juive, πραγματοποιήθηκε στην Όπερα του Παρισιού, καθιερώνοντας Γαλλική Μεγάλη Όπερα ως ένα από τα σημαντικότερα οπερατικά είδη του 19ου αιώνα. Δυο χρόνια αργότερα ο Giuseppe Verdi συνέθεσε την πρώτη του μεγάλη όπερα, Jérusalem, για την Académie Royale de Musique, που είχε μέτρια αποδοχή.

Ο Βέρντι είχε πάντα μια διφορούμενη σχέση με την Παρισινή Όπερα: ποτέ δεν αρνήθηκε την τιμή της ανάθεσης ενός έργου, αλλά διαμαρτυρόταν διαρκώς για τις απαιτήσεις που επέβαλε η λεγόμενη “la grande Boutique”.

Στις 14 Ιανουαρίου 1858 καθώς ο Ναπολέων ο Γ΄φτάνει στην Όπερα Ιταλοί αναρχικοί με αρχηγό τον Felice Orsini έριξαν βόμβες στο πλήθος. Ο αυτοκράτορας και η σύζυγός του διέφυγαν από θαύμα, αλλά οκτώ άνθρωποι σκοτώθηκαν και σχεδόν πεντακόσια τραυματίστηκαν κατά την έκρηξη.

Την επόμενη μέρα, ο αυτοκράτορας αποφάσισε να χτίσει μια νέα όπερα. Διοργανώνεται διεθνής διαγωνισμός για την κατασκευή της νέας Académie Impériale de Musique et de Danse. Συμμετείχαν 171 αρχιτέκτονες, συμπεριλαμβανομένου του 35χρονου και μέχρι τότε άγνωστου Charles Garnier.

Ο προτεινόμενος σχεδιασμός του επιχειρούσε να διορθώσει αυτό που θεωρούσε ως το κρίσιμο πρόβλημα για τους καλλιτέχνες της εποχής: την αδυναμία υποδοχής μεγάλου κοινού. Ανακηρύχθηκε νικητής του διαγωνισμού στις 30 Μαΐου 1861.

00e2f2eca4e21c086b41cddb2f560460.jpg

Ο Richard Wagner έκανε την είσοδό του στην Opéra με το Tannhäuser να πυροδοτεί μάχες ανάμεσα στο κοινό και τη διοίκηση του θεάτρου να ακυρώνει τις υπόλοιπες παραστάσεις. Ο Μπωντλέρ τον υπερασπίζεται δημοσίως: Και λοιπόν τι έγινε; αναφωνεί πιστεύοντας στη νέα ιδέα του που είχε ξεκινήσει μέσα σε ένα παλιό καθεστώς. Για τον Μπωντλέρ αυτό ήταν το σημαντικό. Η φωτιά που ξέσπασε το 1873 αναγκάζει την όπερα να μετακομίσει στη Salle Ventadour μέχρι να ολοκληρωθεί η νέα Opéra Garnier.

Στις 5 Ιανουαρίου 1875 γίνονται  τα εγκαίνια της νέας όπερας. Το Palais του Charles Garnier έγινε το κεντρικό σημείο του Παρισιού, το οποίο αργότερα ξανακτίστηκε  από τον Georges Eugène Haussmann.

Ο Ναπολέοντας ΙΙΙ, ο οποίος είχε πεθάνει πριν από δύο χρόνια, δεν είδε ποτέ το υπέροχο παλάτι που είχε αναθέσει στον αρχιτέκτονα. Δεν φυτεύτηκαν δέντρα στη λεωφόρο που οδηγούσε στην κύρια είσοδο: οι περαστικοί απολάμβαναν μια αδιάκοπη θέα της πρόσοψης, που προορίζονταν ως ένα λαμπερό σύμβολο της αυτοκρατορικής δύναμης.

opera-paris

Το 1929 ο George Balanchine, πρώην χορευτής με το Ballets russes του Diaghilev, κλήθηκε να δημιουργήσει μια νέα χορογραφία για την Όπερα. Αρρώστησε και δεν ήταν σε θέση να ολοκληρώσει το έργο του.  Ο ίδιος συνέστησε τον Serge Lifar, των Ballets russes, για να τον αντικαταστήσει. Τον επόμενο χρόνο, ο Lifar έγινε διευθυντής του μπαλέτου, αναλαμβάνοντας την εταιρεία στην οποία αφιέρωσε περισσότερα από τριάντα χρόνια της ζωής του.

Δημιούργησε μια τάξη για άνδρες χορευτές, που μέχρι τότε απλώς συνόδευαν τις χορεύτριες. Το νεοκλασικό στυλ του επηρέασε σημαντικά τους Roland Petit και Maurice Béjart.

Ο Ρολάν Πετί έγινε δεκτός από την Όπερα στη σχολή μπαλέτου από 9 ετών. Άρχισε να χορογραφεί στα 20 και δημιούργησε μια σειρά μπαλέτων για την Όπερα όπως: Notre Dame de Paris, Adages και Variations (1965), Le Fantôme de l’Opéra (1980) και Clavigo (1999).

Πέθανε το 2011. Το 1957 στο Palais Garnier γίνεται η πρεμιέρα της γαλλικής έκδοσης της όπερας του Francis Poulenc, Dialogues des Carmélites, η ιταλική εκδοχή της οποίας είχε εκτελεστεί πριν από λίγους μήνες, που γνώρισε άμεση και μεγάλη επιτυχία. Το 1974 δημιουργείται το Opéra Studio, ένα κέντρο κατάρτισης για τραγουδιστές όπερας.

paris-ile-de-france-france-opra-garnier-paris-france-le-de-france-grand-opera-dome-palace-buildings-house-roof-architecture.jpg

Το 1982, ο Φρανσουά Μιτεράν κρίνει ότι το κτίριο του Palais Garnier είναι ανεπαρκές, και αποφασίζει να κατασκευάσει μια νέα σύγχρονη όπερα στο Παρίσι. Διεξήχθη διαγωνισμός στον οποίο συμμετείχαν συνολικά 756 έργα από 1700 αρχιτέκτονες. Το έργο κερδίζει ο Ουρουγουανός αρχιτέκτονας Κάρλος Όττ και η Όπερα κατασκευάζεται στη Βαστίλη. Το 1983 μετά από μια εξαιρετική διεθνή καριέρα ως χορευτής, ο Rudolf Nureyev έγινε Διευθυντής Χορού στην Παρισινή Όπερα.

Έφυγε μετά από έξι χρόνια, αλλά παρέμεινε ο κύριος χορογράφος της εταιρείας. Ο ίδιος ήταν υπεύθυνος για την αναβίωση και προσαρμογή των μπαλέτων του Μάριου Πετιπά, μεταξύ των οποίων οι Don Quichotte (1981), Raymonda (1983), Swan Lake (1984), The Nutcracker (1985) και La Bayadère (1992). Το 1988  ο Pierre Bergé, συνιδρυτής και πρόεδρος της εταιρείας υψηλής τεχνολογίας Yves Saint-Laurent, έγινε επικεφαλής του διοικητικού συμβουλίου της Opéra για να οργανώσει την τελετή εγκαινίων της Opéra Bastille.

Τα εγκαίνια γίνονται στις 13 Ιουλίου 1989 ως μέρος των εορτασμών της επετείου των διακοσίων χρόνων της Γαλλικής Επανάστασης. Το 1990 το Palais Garnier και η Όπερα της Βαστίλης  συγχωνεύονται για να αποτελέσουν την Όπερα του Παρισιού. Η πρώτη σεζόν της Opéra-Bastille ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Το 1994 η Παρισινή Όπερα μετονομάζεται σε Opéra National de Paris. Το 2014, ο Στεφάν Λισνέρ γενικός διευθυντής και καλλιτεχνικός διευθυντής του Teatro alla Scala του Μιλάνου γίνεται ο τελευταίος μέχρι σήμερα διευθυντής της παρισινής όπερας.

1280px-Paris_Opera_House_Opéra_Bastille

 

Κείμενο: Αργυρώ Μποζώνη

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s