JENUFA of Leoš Janáček – Όπερα Γενούφα

Με τη Γενούφα του Λέος Γιάνατσεκ, ένα από τα σημαντικότερα αριστουργήματα του 20ού αιώνα -για πρώτη φορά στην Ελλάδα-, ανοίγει η καλλιτεχνική περίοδος 2018/19 για την Εθνική Λυρική Σκηνή, στις 14 Οκτωβρίου, σε μουσική διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού και σκηνοθεσία της Νίκολα Ράαμπ.

Η Γενούφα, η “τέλεια όπερα”, όπως την χαρακτήρισε πρόσφατα ο Guardian, ξεπέρασε τα όρια του σύγχρονου ρεπερτορίου και επιβλήθηκε στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου, χάρη στον λυρισμό, τη συναισθηματική της ειλικρίνεια, τη μεγαλειώδη μουσική που της χάρισε ο σπουδαίος Τσέχος συνθέτης Λέος Γιάνατσεκ και την υπόθεσή της, έντονα δραματική και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινη.

With the JENUFA of Leoš Janáček, one of the most important masterpieces of the 20th century – for the first time in Greece – the 2018/19 artistic period opens for the National Opera on 14 October, under the direction of Loukas Karytinos and directed by Nicholas Rabb.

Genius, the “perfect opera”, as the Guardian recently described it, surpassed the limits of the modern repertoire and was imposed on the world’s biggest theaters, thanks to its lyricism, emotional honesty, grandiose music awarded to the great Czech composer Leoš Janáček and her case, dramatically dramatic and deeply human.

Η τρίπρακτη όπερα Γενούφα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η τσέχικη απάντηση στο ιταλικό κίνημα του βερισμού. Βασισμένη στο συγκλονιστικό λογοτεχνικό έργο της Γκαμπριέλας Πρεΐσσοβα .

Η ψυχοκόρη της, η Γενούφα “συνομιλεί” με τη Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, καθώς μιλάει για τη βρεφοκτονία που έρχεται ως συνέπεια στις σκληρές συνθήκες των μικρών κλειστών κοινωνιών της υπαίθρου.

Από τη Σκιάθο έως τη μοραβική επαρχία, οι γυναίκες βιώνουν με τον ίδιο σκληρό τρόπο την καταπίεση της πατριαρχικής κοινωνίας. Το θεατρικό της Πρεΐσσοβα στο οποίο βασίστηκε η Γενούφα γράφτηκε 13 χρόνια πριν από το “κοινωνικόν μυθιστόρημα” Η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη και παρά τις μικρές διαφορές στις κοινωνικές συνθήκες, οι αιτίες, τα συναισθήματα, οι τύχες των γυναικών μοιάζουν θέματα πανανθρώπινα και διαχρονικά.

Η Γενούφα, έργο που θεωρείται κλασικό στον αγγλοσαξονικό κόσμο και τη Γερμανία, είναι μια από τις πρώτες όπερες που χρησιμοποιούν αυτούσια την πρόζα ενός λογοτεχνικού κειμένου. Σύμφωνα με την υπόθεση, η όμορφη Γενούφα περιμένει παιδί από τον μυλωνά Στέβα και αποθαρρύνει τον νεότερο ετεροθαλή αδερφό του Λάτσα, ο οποίος είναι ερωτευμένος μαζί της. Αυτός, για να την εκδικηθεί, της χαράζει το πρόσωπο με ένα μαχαίρι. Καθώς είναι πλέον στερημένη από την ομορφιά της, ο Στέβα δεν την επιθυμεί και αρραβωνιάζεται την κόρη του δημάρχου.

Τότε, η μητριά της Γενούφας, η αυστηρών αρχών Νεωκόρισσα του χωριού, στρέφεται στον ακόμα ερωτευμένο Λάτσα. Όταν εκείνος αρνείται να νομιμοποιήσει το παιδί του αδερφού του, η Νεωκόρισσα θανατώνει το νεογέννητο, λέγοντας ψέματα στη Γενούφα ότι το παιδί πέθανε στη γέννα. Λίγους μήνες αργότερα, την ημέρα των γάμων του Λάτσα με τη Γενούφα, το νεκρό σώμα του παιδιού ανακαλύπτεται.

Η Νεωκόρισσα ομολογεί το έγκλημά της και καταδικάζεται απ’ όλους εκτός από τη Γενούφα, που τη συγχωρεί. Παρά τις εξελίξεις, ο Λάτσα μένει κοντά στην αγαπημένη του.

Ο Γιάνατσεκ εμπνέεται από την ιδιαίτερη μουσικότητα της τσεχικής γλώσσας και αξιοποιεί τους ξεχωριστούς τονισμούς της, συνθέτοντας την πρώτη του όπερα στην οποία αρθρώνει με σαφήνεια το προσωπικό του ιδίωμα. Όσο εργαζόταν πάνω στο έργο ο συνθέτης, κατέγραφε τη μελωδία της γλώσσας.

Μεταξύ άλλων, σημείωνε: “Άκουγα κρυφά τους περαστικούς, διάβαζα τις εκφράσεις του προσώπου τους, ήθελα να συλλάβω κάθε δόνηση της φωνής […] μια αντανάκλαση της οποίας αναγνώριζα στη μελωδία των λέξεων που κατέγραφα. Πόσες διαφορετικές μελωδικές παραλλαγές της ίδιας λέξης που έβρισκα! […]

Στη μελωδία του λόγου αισθάνθηκα τον τρόπο με τον οποίο ξεδιπλωνόταν μια εσωτερική, κρυμμένη διαδικασία. Σε αυτές τις διαδικασίες βρήκα τη θλίψη και στιγμές χαράς, αποφασιστικότητα και δισταγμό”.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία ο Γιάνατσεκ ανακάλυψε κάτι πρωτότυπο και αυθεντικό, το οποίο θα επηρέαζε θεμελιωδώς τον τρόπο με τον οποίο συνέθετε και θα του επέτρεπε να διαμορφώσει εφεξής τη δική του ολότελα προσωπική μουσική γλώσσα. Ξεκαθάριζε πως δεν επρόκειτο για μια νατουραλιστική καταγραφή της μελωδίας του πεζού λόγου, την οποία ο ίδιος αναδείκνυε σε δομική αρχή, αλλά ότι μέσα από αυτή την άσκηση μπορούσε να αποκτήσει τη σιγουριά της διαχείρισης όλων των εκφραστικών εργαλείων.

«Μελετώντας τη σχέση ανάμεσα στον τονισμό και στο συναίσθημα, ο Γιάνατσεκ πέτυχε μοναδική ψυχολογική σαφήνεια», αναφέρει για τη Γενούφα ο συγγραφέας Μίλαν Κούντερα, ο οποίος μελέτησε σε βάθος το έργο του συνθέτη.

Λέος Γιάνατσεκ

Γενούφα

14, 19, 21, 24, 27 Οκτωβρίου & 2 Νοεμβρίου 2018

Ώρα έναρξης: 20.00 (Κυριακές στις 18.30)

 

ΚΥΚΛΟΣ ΓΙΑΝΑΤΣΕΚ / ΚΥΚΛΟΣ 20ός ΑΙΩΝΑΣ

Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος Εθνικής Λυρικής Σκηνής
Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος

 

The three-act opera Jenůfa – which could be characterized as the Czech response to the Italian movement of verismois based on one of Janáček’s texts, which was in turn based upon Gabriela Preissová’s play Její pastorkyňa, [Her stepdaughter, 1890].

It is a story of raw realism in one of the first operas to have used unaltered literary prose. According to the plot, the beautiful Jenůfa is expecting a child from the miller, Števa, and deters his younger, half-brother, Laca, who is in love with her. In order to get back at her, Laca carves her face with a knife.

Deprived of her beauty, she is no longer desired by Števa, who gets engaged with the mayor’s daughter instead. Then, Jenůfa’s stepmother, a woman of rigid principles and verger of the village, turns to Laca, who is still in love with Jenůfa. When he refuses to legally acknowledge his brother’s child, the verger kills the new-born, and lies to Jenůfa by telling her that the child was stillborn. A few months later, on Laca and Jenůfa’s wedding day, the baby’s dead body is discovered. The verger confesses her crime and is condemned by everyone but Jenůfa, who forgives her. Despite all that has happened, Laca stays with his beloved one.

Janáček was inspired by the distinct musicality of the Czech language and made use of its special accents when he composed the first opera in which he clearly articulated his personal idiom. While the composer was working on Jenůfa he wrote down the speech melody.

He noted, among others: “I was secretly listening to passers-by, reading the expressions on their faces, I wanted to capture every voice vibration …a reflection of which I saw in the melody of the words I was writing down. How many different melodic variations of the same word have I found! […] In the speech melody I sensed the way in which an inner, hidden process was unfolding. Through this process I found sorrow and moments of joy, determination and hesitation.”

Through this process Janáček discovered something original and authentic, which would fundamentally influence his compositional style and allow him to shape from then on, his own, totally personal musical language. He made it clear that it was not a naturalistic recording of the prose melody, which he himself had turned into a structural principle, but that through this exercise he could acquire the certainty of managing all means of expression.

”By studying the relationship between accentuation and emotion Janáček achieved unique psychological clarity”, notes the author Milan Kundera, who has delved deeply into the composer’s work.

In Jenůfa, Janáček, follows Dvořák’s example of a more cosmopolitan musical language that remains however typical of his style. Folk-traditional elements are evident in the story’s plot and the characters, but through Janáček’s writing they are also present in a special way in the music.  In Jenůfa, there are also some musical themes, which recur at different parts of the action.

However, they are not relevant to the Leitmotive technique as we know it from Wagner. In Janáček, musical themes succeed one another or are repeated without the usual variation process. Their recurrence has a rather semiotic function.  In contrast to Wagner, in whose music leitmotifs always have the same importance, in Janáček not only are they variable but also ambiguous. The orchestral writing articulates the story and underlines the various situations, through rhythmical patterns and a rich orchestration.

The opera received its premiere with the title The stepdaughter at the National Theatre of Brno on 21 January 1904. It was followed by a presentation in Prague on 26 May 1916 with a libretto adapted by Karel Kovařovic. The work in its “Prague version” was staged on 16 February 1918 at the Vienna Court Opera, in a German translation by Max Brod. For these performances it was renamed as Jenůfa and in this version (in German) it was presented everywhere for decades. The original music version of the opera was restored by Charles Mackerras and John Tyrrell and it was released only in 1996. It is this version that the first-ever national premiere of the opera at the Greek National Opera is based on.

Jenůfa will be directed by the German director Nicola Raab, one of the most prominent opera directors in Europe, who has been internationally acclaimed for the special sensitivity of her readings and her persistence in the dreamlike visualization of the works she directs.

Raab, who has successfully staged many works in Vienna, Copenhagen, Bregenz, Göteborg, Lisbon, Los Angeles, Chicago etc, notes, among others: ” the plot of the opera is marked by strong social realism, a clear depiction of society and customs that shape the characters and determine their behaviour. Three generations of women are present on-stage when the curtain opens: grandmother, (step)mother and (step)daugther; (…) the women have to take over, to decide which way to go forward, which way to go at all. And they do so, mainly through the character of Kostelnička, the middle one of the three, the mother figure. Her decisions determine everybody else’s life, even literally so, everybody else’s life and death. (…) A house serves as the original cell of set and storytelling, it overlooks, shelters, hides and ultimately exposes events, secrets, families, women, children, past and present. Almost metaphysical it travels through the acts until it finally dissolves when no longer relevant. (…)The ever present forest surrounding the house as detailed in the original stage directions, serves as a reminder of that spiritual side of human existence. Ιn the end, Jenůfa is about to disappear into it…”.

Raab, having as key collaborator the internationally acclaimed set and costume designer George Souglides, proposes a classical reading of the work and looks at the story’s raw realism from a poetic aspect. The set’s basic element is a white house “trapped” in the woods -as described in the work- that serves as a reference to society’s claustrophobic atmosphere and rigid rules, which nobody can escape. As the story unfolds, the house changes forms and in the end, it falls apart. Costumes are influenced by the Moravian countryside, while the production will also feature impressive traditional Czech costumes. Distinguished dancer and choreographer Fotis Nikolaou is the movement coach, and renowned French lighting designer David Debrinay creates the lighting design.

http://www.nationalopera.gr/en/event/genoufa-2018/

http://www.thetoc.gr/politismos/article/prwtes-fwtografies-apo-tin-aristourgimatiki-opera-genoufa

 

 

5 comments on “JENUFA of Leoš Janáček – Όπερα Γενούφα

    • Κάνω χαλάστρα βέβαια … αλλά για όποιον δεν μπορεί καλό είναι αν βρει χρόνο να την απολαύσει!!

      Καλημέρα όλη μέρα και φιλάκια!!!

      Liked by 1 person

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s