Άσμα Ασμάτων – Μαρία Φαραντούρη


In memory of so many…

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου, η χαϊδεμένη από τη μάνα της και τ’ αδελφού της τα φιλιά. Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.


The “Mauthausen Trilogy” also known as “The Ballad of Mauthausen”, and the “Mauthausen Cantata”, is a cycle of four arias with lyrics based on poems written by Greek poet Iakovos Kambanellis, a Mauthausen concentration camp survivor, and music written by Greek composer Mikis Theodorakis.

It has been described as the “most beautiful musical work ever written about the Holocaust”,and as “an exquisite, haunting and passionate melody that moves Kambanellis’ affecting words to an even higher level”.

In May 1988, the world premiere of the “Trilogy” at the Mauthausen concentration camp in Austria was attended by then Austrian chancellor Franz Vranitzky and tens of thousands of Europeans.

The ballad was conducted by Theodorakis and sung by Maria Farandouri and Demis Roussos in Greek, Elinor Moav in Hebrew and Gisela May in German. In May 1995, Theodorakis conducted a repeat concert of the ballad at the camp to mark the 50th anniversary of its liberation from the Nazis.

It is one of the best known compositions inspired by events at the Mauthausen concentration camp, it is popular in Israel, and has been used to promote peace and cooperation worldwide.[6] In 1991, the Philharmonic Orchestra of Israel conducted by Zubin Mehta performed the work as part of the Athens Festival.

The ballad reflects Kambanellis’s own experience at Mauthausen, including his love for a Lithuanian-Jewish woman, as it recounts the love affair between a young Greek prisoner and his Jewish love amidst the atrocities they witnessed at the camp.

Approximately a year after the release of his ballad, during the premiere of the Mauthausen song cycle in London in 1967, Mikis Theodorakis was imprisoned in Greece by the recently installed Greek military junta and his music was banned in the country.


16 comments on “Άσμα Ασμάτων – Μαρία Φαραντούρη

  1. A moving piece of music Efi, and with the subtitles, it was glorious to follow the rhythm of the lyrics with the powerful melodies of the music. thank you Efi, for sharing this magnificent video, so thoroughly enjoyable xxxx

    Liked by 2 people

    • Thank you Savvy101!! I really appreciate your comment!!!

      In World War II, Iakovos Kambanellis, a Greek author and poet, was imprisoned by the Nazis at the Mauthausen concentration camp in Austria where he witnessed the Nazi atrocities.

      Over 100,000 victims died at the camp. Kambanellis survived the incarceration at the Nazi concentration camp and, after the liberation by the Allies, started writing a book based on the events and atrocities he witnessed there.

      With the passing years, Kambanellis’s work remained in manuscript form at his home. Subsequent world events, such as the assassination of US President Kennedy, caused Kambanellis to re-examine and update his manuscript. He then wrote two new chapters, which were eventually published in the Sunday editions of the Greek newspaper Eleftheria and caused a sensation. In December 1965, Kambanellis published his book Mauthausen with the Themelio publishers in Athens.



  2. How lovely is my love in her everyday dress with a little comb in her hair. No-one knew how lovely she was. Girls of Auschwitz, girls of Dachau, did you see my love?

    We saw her on a long journey; she wasn’t wearing her every day dress or the little comb in her hair. How lovely is my love caressed by her mother, and her brother’s kisses. Nobody knew how lovely she was.

    Girls of Mauthausen girls of Belsen did you see my love? We saw her in the frozen square with a number on her white hand with a yellow star on her heart.

    How lovely is my love caressed by her mother, and her brother’s kisses. Nobody knew how lovely she was.


  3. Η σκάλα του Wiener Graben (από το βιβλίο του Ιάκωβου Καμπανέλη «Μαουτχάoυζεν»)

    Ο Αντώνης είχε έρθει στο Μαουτχάουζεν τον Απρίλιο του σαράντα τέσσερα. Μάθαμε γι’ αυτόν όταν ένας Γάλλος μας είπε πως στην παράγκα των τιμωρημένων είναι ένας Έλληνας και ρωτάει αν «είναι κι άλλοι Έλληνες στο Μαουτχάουζεν».

    Τους τιμωρημένους τους είχαν σε ξεχωριστή παράγκα και δεν ήταν εύκολο να πλησιάσεις. Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς ήταν προορισμένοι για να τους ξεκάμουν με ξεθεωτική δουλειά στο λατομείο. Λίγοι ήταν εκείνοι που αντέξανε πάνω από δυο τρεις βδομάδες.

    Ξέραμε καλά τι ήταν η «σκληρή εργασία». Κατέβαιναν τρέχοντας τα σκαλιά του λατομείου, έφταναν τρέχοντας τα 200 μέτρα πιο πέρα, τους φόρτωναν ένα αγκωνάρι στη ράχη, γύριζαν τρέχοντας στη σκάλα, ανέβαιναν τα σκαλιά και, τρέχοντας πάλι, πήγαιναν μισό χιλιόμετρο μακριά.

    Αυτό γινόταν δέκα ώρες κάθε μέρα. Πληγώνονταν οι ώμοι, τα πόδια, τα σωθικά.Ένα βράδυ το στρατόπεδο απ’ άκρη σ’ άκρη μιλούσε για τον Έλληνα που δούλευε στο συνεργείο των τιμωρημένων. Τα νέα τα ‘φέραν αυτοί που δούλευαν στο λατομείο κι είδαν από κοντά τι έγινε.

    Όταν το προσκλητήριο τελείωσε κι οι κρατούμενοι γύρισαν στις παράγκες, ο ένας τα είπε στον άλλον. Ο άλλος έτρεξε να τα πει στην παρέα του. Η παρέα σκόρπισε να μοιράσει τα νέα στις παράγκες. Οι παράγκες αδειάσανε, οι κρατούμενοι μαζεύτηκαν στους δρόμους να τα κουβεντιάσουν.

    Τέτοια νέα αναταράζανε το Μαουτχάουζεν. Ήταν σα μια κρυφή διανομή ελευθερίας.… Ήταν μετά από το μεσημεριανό φαΐ. Οι Ες-Ες επικεφαλείς του συνεργείου των τιμωρημένων είχαν ως εκείνη την ώρα ξεκάμει δεκαεφτά εβραίους και ρώσους αιχμαλώτους πολέμου.

    Σ’ ένα ανέβασμα της σκάλας, ένας Εβραίος άρχισε να παραπατά. Ο Αντώνης του ‘καμε νόημα να πλησιάσει. Ο Εβραίος πλησίασε κι ο Αντώνης κράτησε το δικό του αγκωνάρι με το δεξιό και με τ’ αριστερό ανασήκωσε τ’ αγκωνάρι του Εβραίου.

    Όμως αυτό έγινε κοντά στη μέση της σκάλας. Έμενε ακόμα πολύ ανέβασμα. Ο Ες-Ες τους είδε και τους χώρισε. Διάταξε τον Εβραίο να τρέξει. Αυτός ανέβηκε λίγα σκαλοπάτια, ύστερα άφησε την πέτρα να πέσει και γονάτισε στο σκαλί. Ο Ες-Ες πλησίασε και … Πυροβολισμός!

    Ύστερα γύρισε προς τον Αντώνη και στύλωσε τα μάτια πάνω του. Ο Αντώνης τον κοίταξε άφοβα, έπειτα πλησίασε στο νεκρό, φορτώθηκε και το δεύτερο αγκωνάρι και συνέχισε ν’ ανεβαίνει τη σκάλα. Ο Ες-Ες πάγωσε.

    Δεν είπε τίποτα, δεν έκαμε τίποτα. Όταν όμως ξαναγύρισαν στο λατομείο, για να ξαναφορτωθούν αγκωνάρια, ο Ες-Ες φώναξε τον Αντώνη να πάει κοντά. Άρχισε να βολταρίζει σα μανιακός ανάμεσα στις πέτρες και να ψάχνει.

    Βρήκε ένα αγκωνάρι διπλό από τ’ άλλα, το ‘δειξε στον Αντώνη και είπε:

    «Αυτό είναι δικό σου».

    Ο Αντώνης κοίταξε τ’ αγκωνάρι, ύστερα τον Ες-Ες, ύστερα τα σκόρπια αγκωνάρια γύρω-γύρω. Όλοι οι άλλοι κάνανε πως δε βλέπανε, πως δεν ακούγαν.

    Τρέμανε για το τι θα ‘βγαινε από τούτο το μπλέξιμο. Αυτός ο Έλληνας πήγαινε φιρί-φιρί… Ο Ες-Ες είχε κιόλας βγάλει το περίστροφό του απ‘ τη θήκη, το ‘τριβε νευρικά στο παντελόνι του κι ετοιμαζόταν.

    Ο Αντώνης σταμάτησε μπροστά σ’ ένα αγκωνάρι, ακόμα πιο μεγάλο από κείνο που του διάλεξε ο Ες-Ες. – Αυτό είναι το δικό μου, είπε. Και το φορτώθηκε. Σ’ όλους τους δρόμους που κάνανε ως το βράδυ, σ’ όλα τα κουβαλήματα, ώσπου σήμανε η ώρα για μέσα, ο Αντώνης διάλεγε και φορτωνόταν τα πιο βαριά αγκωνάρια.

    Ο Αντώνης δεν πολυμιλούσε γι’ αυτή την ιστορία, βαριότανε… …Όταν αναρωτιόμασταν «πώς και τη γλίτωσες, ρε Αντώνη, πώς δε σε σκότωσε που τον ρεζίλεψες!».

    Ο Αντώνης μας εξηγούσε πως «από κείνη τη στιγμή ο Ες-Ες κάτι έπαθε, χάλασε το μηχανάκι του. Το ‘χω παρατηρήσει αυτό… Άμα χαλάσει το μηχανάκι τους, κλάψ’ τους». – Ποιο μηχανάκι; – Όλοι αυτοί έχουν ένα μηχανάκι μέσα στο κεφάλι που τους το βάζουν στη σχολή των Ες-Ες. Τους ανοίγουν το κρανίο και τους βάζουν μέσα το μηχανάκι που ‘χει εφεύρει ο Χίτλερ.

    – Και τι δουλειά κάνει αυτό το μηχανάκι; ξαναρωτούσαμε.

    – Τους κάνει ανάποδους, συνέχιζε ο Αντώνης. Ας πούμε, το κανονικό είναι να χαίρεσαι άμα ο άλλος είναι πονόψυχος ή άμα ο άλλος δε φοβάται.

    Είδατε όμως ποτέ σας κανέναν Ες-Ες να μη σκυλιάσει, άμα δει έναν κρατούμενο να βοηθά τον άλλον; Αν τύχει πια κανείς να δείξει πως δεν τους φοβάται, ούτε ψύλλος στον κόρφο του!… Να τι κάνει το μηχανάκι!…

    Τους βγάζει απ’ το κανονικό! – Ναι, βρε Αντώνη, λέγαμε, αλλά εσένα πώς σου τη χάρισε; – Αφού σας είπα, χάλασε το μηχανάκι, κι άμα χαλάσει, κλάψ’ τους! Κι επειδή τον κοιτάζαμε, περίεργοι, το ‘παιρνε για δυσπιστία και συνέχιζε: – Αυτά δεν τα ‘βγαλα απ’ τη δική μου κεφάλα, εγώ δεν είμαι επιστήμονας, αυτά τα ‘λεγε στο Νταχάου ένας γιατρός από τη Βιέννη, χειρούργος, μεγάλος γιατρός. Γι’ αυτό τον είχανε μέσα, επειδή ήξερε διάφορα τέτοια. […]


    • Absolutely the best way the life in Concentration Camp lyrically described.

      Even if you don’t understand modern Greek….you can feel the anger ,the pain , the hope and the ‘désespoir’.

      Maria Farandouri has the perfect ‘timbre’ to sing this kind of song.

      Liked by 1 person

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s