“The Perfect World” By Kahlil Gibran


God of lost souls, thou who are lost amongst the gods, hear me:

Gentle Destiny that watchest over us, mad, wandering spirits, hear me:

I dwell in the midst of a perfect race, I the most imperfect.

I, a human chaos, a nebula of confused elements, I move amongst finished worlds—peoples of complete laws and pure order, whose thoughts are assorted, whose dreams are arranged, and whose visions are enrolled and registered.

Their virtues, O God, are measured, their sins are weighed, and even the countless things that pass in the dim twilight of neither sin nor virtue are recorded and catalogued.

Here days and night are divided into seasons of conduct and governed by rules of blameless accuracy.

To eat, to drink, to sleep, to cover one’s nudity, and then to be weary in due time.

To work, to play, to sing, to dance, and then to lie still when the clock strikes the hour.

To think thus, to feel thus much, and then to cease thinking and feeling when a certain star rises above yonder horizon.

To rob a neighbour with a smile, to bestow gifts with a graceful wave of the hand, to praise prudently, to blame cautiously, to destroy a sound with a word, to burn a body with a breath, and then to wash the hands when the day’s work is done.

To love according to an established order, to entertain one’s best self in a preconceived manner, to worship the gods becomingly, to intrigue the devils artfully—and then to forget all as though memory were dead.

To fancy with a motive, to contemplate with consideration, to be happy sweetly, to suffer nobly—and then to empty the cup so that tomorrow may fill it again.
All these things, O God, are conceived with forethought, born with determination, nursed with exactness, governed by rules, directed by reason, and then slain and buried after a prescribed method. And even their silent graves that lie within the human soul are marked and numbered.

It is a perfect world, a world of consummate excellence, a world of supreme wonders, the ripest fruit in God’s garden, the master-thought of the universe.

But why should I be here, O God, I a green seed of unfulfilled passion, a mad tempest that seeketh neither east nor west, a bewildered fragment from a burnt planet?

Why am I here, O God of lost souls, thou who art lost amongst the gods?



Θεέ των χαμένων ψυχών, συ ο χαμένος μέσα στους θεούς τους άλλους, άκουσέ με.
Ευγενικό Πεπρωμένο που εποπτεύεις μας, τα τρελά περιπλανώμενα πνεύματα, άκουσέ με:

Κατοικώ στο επίκεντρο μιας τέλειας ράτσας, εγώ ο υπερατελής.
Εγώ, ένα χάος ανθρώπινο, ένα νεφέλωμα από συγχυσμένα στοιχεία, κινιέμαι ανάμεσα σ’ εντελείς κόσμους -λαούς με τέλειους νόμους κι απαρασάλευτη τάξη. Που έχουν σκέψεις ταξινομημένες, που έχουν όνειρα διευθετημένα και που τα οράματά τους είναι καταγραμμένα και αρχειοθετημένα.

Οι αρετές τους, ω Θεέ, πέρασαν από την μεζούρα κι από την ζυγαριά.
Τα κρίματά τους -κι ακόμα τα απροσμέτρητα όσα ξέφυγαν στην αχλύ του λυκόφωτος που δεν υπάρχει αρετή ή αμαρτία- κι αυτά καλά λογαριασμένα είναι και καταχωρισμένα.
Εδώ, μέρες και νύχτες διανέμονται σε εποχές συμπεριφοράς και κυβερνιούνται από κανόνες άσφαλτης ακρίβειας.

Να φας, να πιεις, να κοιμηθείς, να σκέπεις τη γύμνια σου, και τέλος να «κουράζεσαι εν πρέποντι χρόνω».
Να δουλεύεις, να παίζεις, να τραγουδάς, να χορεύεις και τέλος να πλαγιάζεις, στου ρολογιού τον «ενδεδειγμένον κτύπον».
Να σκέφτεσαι «έτσι», να αισθάνεσαι «τόσο», και τέλος να παύουν σκέψεις και αισθήματα, μόλις κάποιο καθορισμένο αστέρι ανατείλει στον «μεμακρυσμένο» ορίζοντά σου.
Να ληστεύεις, έναν γείτονα, με ένα χαμόγελο.
Να επιδαψιλεύεις δώρα με περίκομψες χειρονομίες.
Να καταστρέφεις μία ψυχή με μία λέξη.
Να καρβουνιάζεις ένα σώμα με μία ανάσα.
Και τέλος, να «νίπτεις τας χείρας σου».
Τελείωσε το έργο σου κι αυτής της μέρας.

Να ερωτεύεσαι σύμφωνα με την «κατεστημένη» τάξη, να διδάσκεις τον καλύτερο εαυτό σου με «προδιαγεγραμμένο» τρόπο, να λατρεύεις τους θεούς «ευαρμόστως», να μηχανορραφείς με τους δαιμόνους «τεχνηέντως», και τέλος να λησμονάς τα πάντα -σάμπως να σου ‘χει πεθάνει η μνήμη.
Να στοχάζεσαι υστερόβουλα, να προμελετάς λελογισμένα, να ευτυχείς αβρά κι αριστοκρατικώς να υποφέρεις· και τέλος να τρυγάς την κούπα «μέχρις ρανίδος» για να μπορείς να την ξαναγεμίσεις.
Αύριο πάλι.

Όλα αυτά, ω Θεέ, που έχουν προβλεπτικά συλληφθεί, που έχουν αποφασιστικά γεννηθεί, που έχουν ακριβόλογα γαλουχηθεί, που έχουν με κανόνες κυβερνηθεί, λογοκρατικά κατευθυνθεί, και που έχουν: σφαχτεί και και θαφτεί σύμφωνα με προκαθορισμένη μέθοδο. Κι ακόμα κι οι σιωπηλοί τους τάφοι, που κείτονται μέσα στην ανθρώπινη ψυχή, είναι μαρκαρισμένοι κι αριθμημένοι.

Ένας τέλειος κόσμος, είναι. Ένας κόσμος ολοκληρωμένης τελειότητας, ένας κόσμος υπέρτατης θαυματουργίας, τ’ ωριμότερο φρούτο στου Θεού τον κήπο, η μεγαλοφυέστερη βούληση του σύμπαντος.

Μα γιατί πρέπει να βρίσκομαι κι εγώ εδώ, ω Θεέ, εγώ ένας άγουρος σπόρος απ’ ανεκπλήρωτο πάθος, μια τρελοκαταιγίδα που δεν ψάχνει για ανατολή μηδέ για δύση, ένα αποπλανημένο θραύσμα από έναν, που εκρήχτηκε, πλανήτη;

Γιατί βρίσκομαι εδώ, ω Θεέ των χαμένων ψυχών, συ που σαι χαμένος μέσα στους θεούς τους άλλους;





16 comments on ““The Perfect World” By Kahlil Gibran

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s